Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2016


Το φάντασμα του Μάρλεϊ

Ο ΜΟΡΦΕΑΣ

Ο Μορφέας  ̶ ο θεός των ονείρων ̶  ήδη τον είχε τυλίξει στις δυνατές φτερούγες του χωρίς ο Σκρουτζ να μπορέσει  ν’ αντιδράσει. Πριν κοιμηθεί, θα ήθελε να σκεφτεί, να βάλει σε τάξη όλ’ αυτά που διαδραματίστηκαν απόψε. Τι να σήμαιναν άραγε; Τον Μάρλεϊ τον είχε ξεχάσει προ πολλού. Γιατί ξεφύτρωσε μπροστά του και ειδικά μια τέτοια βραδιά; Μήπως ο Μάρλεϊ ήθελε να τον προειδοποιήσει για κάτι; Μήπως έφτασε η ώρα του; Κρύος ιδρώτας άρχισε να τον λούζει. Ο φόβος του ήταν τέτοιος που ένιωθε την ανάσα του να γίνεται διακεκομμένη. Η καρδιά του κτυπούσε δυνατά, τικ-τακ, τικ-τακ…
Βέβαια, αυτά ήταν μόνο η αρχή. Αν ήξερε τι τον περίμενε… Ίσως προτιμούσε στ’ αλήθεια αυτή η βραδιά να ήταν η τελευταία της ζωής του. Ωστόσο, δεν γνώριζε κι ούτε υπολόγιζε…
Ο Σκρουτζ, ο δυνατός, ο σπουδαίος που εξουσίαζε τον κόσμο όλο! Αυτός που νόμιζε ότι με τα χρήματά του μπορούσε ν’ αλλάξει τη ροή των ποταμών, τα θαλασσινά ρεύματα ή, ακόμη, πως είχε τη δύναμη να σταματήσει τη Γη να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της. Μοναδικό μέλημά του ήταν να μαζεύει χρήματα. Να τα κάνει έπειτα μετοχές και να περιμένει ν’ αβγατίσουν. Δεν είχε την ανάγκη κανενός… Δεν γνοιαζόταν για κανέναν και για τίποτε. Ο εαυτός του και αυτός…

*
Ο Σκρουτζ βρίσκεται στη μέση του πουθενά, κάτω από έναν γκρίζο, μουντό ουρανό, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει πού ακριβώς. Απέναντί του διακρίνει έναν τεράστιο σωρό. Είναι λίγο μακριά και δεν ξεχωρίζει από τι είναι φτιαγμένος. Οδεύει ολοταχώς προς τα κει. Τη στιγμή που πλησιάζει κι είναι έτοιμος ν’ απλώσει το χέρι του να τον αγγίξει, ο σωρός μετακινείται. Κι όλο μετακινείται. Και ξεμακραίνει. Αλίμονο! Ο Σκρουτζ προλαβαίνει να διακρίνει τις χρυσές λίρες. Ναι, ένα ολόκληρο βουνό από ολόχρυσες λίρες. Θέλει να τις πιάσει, να τις κάνει δικές του. Θ’ αυξήσουν την περιουσία του χωρίς κανέναν κόπο.
Σκέφτεται ότι πρέπει επειγόντως να μαζέψει τις λίρες και να τις μεταφέρει σε ασφαλές μέρος. Κι αυτό πρέπει να γίνει χωρίς χάσιμο χρόνου. Πρέπει να δράσει άμεσα. Όσο καθυστερεί, υπάρχει η δυνατότητα να παρουσιαστεί και κάποιος άλλος. Και τότε αυτή η μοναδική ευκαιρία θα χαθεί άδοξα. Ευκαιρία ζωής…
Το πάθος του Σκρουτζ να μαζεύει χρήματα και να μην θέλει να τα ξοδέψει, κατάντησε αρρώστια αγιάτρευτη. Πολλές φορές τον οδηγεί σε παραλογισμούς.
Ενώ ο Σκρουτζ επιταχύνει το βήμα του προσπαθώντας να φτάσει τον σωρό, ένα φορτηγό εμφανίζεται. Σαν να υπάρχει κάπου τριγύρω η καλή μάγισσα που με το ραβδί της ρυθμίζει τα πάντα. Τώρα πλέον δεν περπατά αλλά τρέχει. Ωστόσο, απέλπιδα. Γιατί όσο αυτός τρέχει, άλλο τόσο το βουνό μετακινείται. Και κάθε φορά που νομίζει ότι επιτέλους τα κατάφερε, τότε το βουνό ξεμακραίνει περισσότερο. Αυτή η πάλη είναι άνιση. Δεν το παραδέχεται, έστω κι αν οι δυνάμεις του τον εγκαταλείπουν. Σταματά για μερικά δευτερόλεπτα, ανασαίνει βαθιά και συνεχίζει. Δεν υπάρχει περίπτωση να χάσει αυτή την ευκαιρία. Οι χρυσές λίρες θα γίνουν δικές του με οποιοδήποτε κόστος.  Από το πολύ τρέξιμο, τα πόδια του άρχισαν να ματώνουν. Η καρδιά του κοντεύει να σταματήσει να χτυπά. Νιώθει ότι νικήθηκε αλλά δεν το παραδέχεται και δεν τα παρατά. Θα συνεχίσει μέχρι τέλους.
Για μία και μοναδική στιγμή, τολμά να του μιλήσει η φωνή της λογικής. Προσπαθεί να τον σταματήσει να τρέχει σ’ αυτή την παράτολμη κούρσα του θανάτου. Παραμένει όμως έρμαιο των χρημάτων και συνεχίζει… 
Ξυπνά μ’ ένα δυνατόν πόνο στο στήθος λουσμένος μες στον ιδρώτα.

Ο ΦΟΒΗΤΟΡΑΣ
Την επόμενη ημέρα, ο Σκρούτζ την πέρασε σκεπτόμενος το όνειρο. Κάποιες στιγμές, αποξεχνιόταν εντελώς και κάκιζε τον εαυτό του γιατί να φανεί τόσο άχρηστος και να μην καταφέρει να μαζέψει τις χρυσές λίρες. Κι έκανε πλάνα πώς θα τα κατάφερνε απόψε. Μ’ εκείνα και με τούτα, η ημέρα πέρασε κι έφτασε η ώρα να ξαπλώσει. Ήταν τόσο κουρασμένος και ταλαιπωρημένος από την κούρσα που έκανε το προηγούμενο βράδυ, ώστε δεν άργησε ν’ αποκοιμηθεί.
Αυτή τη φορά δεν εμφανίστηκε ο Μορφέας στα όνειρά του, αλλά ο αδελφός του ο Φοβήτορας. Τι του έμελλε του καημένου του γεροντάκου να πάθει απόψε!
Εκεί που ολόκληρη την ημέρα την πέρασε περιμένοντας την αποψινή βραδιά για να συνεχίσει τ’ όνειρό του και να επιτύχει κιόλας τον στόχο του, κάποια δύναμη, ανώτερη απ’ αυτόν, άλλαξε τα σχέδια.
*
Ο Σκρουτζ βρίσκεται μέσα σ’ ένα αχανές τοπίο που δεν είναι ακριβώς δάσος. Πανύψηλα δέντρα καλύπτουν τον ήλιο. Από καμιά χαραμάδα μόνο μπορείς να διακρίνεις αμυδρά λίγο ουρανό. Η βλάστηση είναι τόσο πυκνή που το τοπίο είναι αδιάβατο. Τον πιάνει μαύρη απελπισία. Όπου κι αν στρέψει το κεφάλι του, η εικόνα παραμένει η ίδια. Σκοτεινή και φρικαλέα.  Από κάπου ακούγονται παρατεταμένες και διαπεραστικές κραυγές. Σίγουρα δεν είναι ανθρώπινες κραυγές. Μάλλον με ουρλιαχτά ζώων μοιάζουν. Τι να ’ναι άραγε; Σκύλοι, λύκοι ή τίποτε χειρότερο; Άγρια θηρία θα ’ναι, πεινασμένα κι έτοιμα να τον κατασπαράξουν.
Μέσα σε μερικά λεπτά περνά από μπροστά του σχεδόν ολόκληρη η ζωή του. Κάνει έναν απολογισμό προσπαθώντας να δικαιολογήσει τ’ αδικαιολόγητα. Και σε ποιον να δικαιολογηθεί μέσα σ’ αυτή τη ζούγκλα που βρίσκεται; Μόνον στον ίδιο τον εαυτό του και στον Θεό. Σίγουρα απ’ αυτόν θα πρέπει να ζητήσει άφεση αμαρτιών…
Σκέφτεται τις φορές που ταπείνωσε τον Μπὸμπ Κράτσιτ, τον υπάλληλό του. Πόσο άδικος είναι μαζί του όλ’ αυτά τα χρόνια! Μικρόψυχος και σπαγκοραμμένος. Κι αυτός ο καημενούλης, υπόδειγμα, πάντα. Εργατικός, τυπικός και αφοσιωμένος. Ίσως, αν μαλάκωνε λίγο η καρδιά του και φερόταν πιο ανθρώπινα από δω και πέρα…
Κι ενώ κάνει αυτές τις σκέψεις, κάτι γύρω του μετακινείται. Τεντώνει τ’ αυτιά του. Θέλει να προστατευτεί αλλά από τι και πως. Πού να κρυφτεί; Ψυχή δεν υπάρχει τριγύρω για να ζητήσει βοήθεια. Κάτι σαλεύει ανάμεσα στα πόδια του. Προσπαθεί να φωνάξει αλλά από τον φόβο δεν βγαίνει φωνή. Τραυλίζει. Ένα φαρμακερό φίδι περνά από μπροστά του και συνεχίζει τον δρόμο του. Αχ! Ευτυχώς προς το παρόν τη γλίτωσε…
Και στον συνέταιρο του τον Μάρλει όμως δεν συμπεριφέρθηκε σωστά. Εκτός του ότι τον υποτιμούσε, τον μείωνε συνεχώς και δεν του συμπεριφερόταν ως ίσος προς ίσον, τον έκλεβε κιόλας. Αλήθεια, δεν έχανε ευκαιρία να τον κλέψει. Τώρα αυτό δεν διορθώνεται με τίποτε. Ό,τι έγινε, έγινε.
Αλλά και στον ανιψιό του τον Φρεντ δεν συμπεριφέρεται καλά. Οτιδήποτε κάνει ο Φρεντ, ο Σκρουτς το αναλύει καχύποπτα και θεωρεί ότι τον καλοκρατεί για να κληρονομήσει την περιουσία του. Ποτέ δεν του περνά από το μυαλό ότι ο Φρεντ, σαν μοναχοπαίδι της αδελφής του, που χάθηκε στη γέννα της, μπορεί να τον αγαπά αφού είναι ο μοναδικός συγγενής του. Όχι, τέτοιες ανοησίες δεν περνούν από το μυαλό του γερο-τσιγκούνη.
Ένας βρυχηθμός τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Έστρεψε το κεφάλι του, βάζοντας τα χέρια του από πάνω για να καλυφθεί, προς τα κει που ακούστηκε το μουγκρητό ̶ μια απελπισμένη κραυγή διέσχισε τον αέρα ξεσχίζοντας τα σωθικά του. Στο αντίκρισμα του λιονταριού κόπηκαν τα γόνατά του και βρέθηκε πεσμένος στο έδαφος. Το τεράστιο ζώο τον πλησίασε με την ησυχία του προβάλλοντας τους κυνόδοντές του. 
 Ο πόνος στο στήθος γίνεται οξύτερος από το προηγούμενο βράδυ. Ξυπνά όχι μόνον κάθιδρος αλλά και κατουρημένος από τον φόβο του.

Ο ΦΑΝΤΑΣΟΣ
Παρότι ο Σκρουτζ κόντεψε να πεθάνει τη χθεσινή νύχτα, οι χρυσές λίρες δεν έφευγαν από το μυαλό του. Αυτό το όνειρο σίγουρα κάποιαν εξήγηση θα έχει. Μια καλή εξήγηση άσχετα από το όνειρο-εφιάλτη που είδε χθες το βράδυ. Άρχισε πάλι να μετρά και να ξαναμετρά. Να γράφει και να σβήνει. Οι μετοχές του αυξάνονται κάνοντάς τον καθημερινά πλουσιότερο. Ένα αχνό χαμόγελο, όλο ικανοποίηση, εμφανίζεται στο ρυτιδιασμένο πρόσωπό του.
Παραμονή Χριστουγέννων. Για τον γερο-τσιγκούνη, μια μέρα σαν τις άλλες. Το μόνο κακό είναι το γεγονός ότι ο Μπομπ δεν θα έρθει αύριο στη  δουλειά. Ωστόσο, την επόμενη ημέρα θ’ αναπληρώσει τις ώρες του. Το γνωρίζει πως ο Σκρουτζ δεν του χαρίζεται ούτε για ένα δευτερόλεπτο.
Πάλι η φιλαργυρία του υπερνικά οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα και τον «επαναφέρει» στην κανονική κατάστασή του.
Κατάκοπος τόσο από τους υπολογισμούς που έκανε όλη την ημέρα αλλά και από τον εφιάλτη που τον ταλαιπώρησε το προηγούμενο βράδυ, προσπαθεί να κοιμηθεί.
Απόψε ούτε ο Μορφέας ούτε ο Φοβήτορας τον επισκέπτονται. Τον ύπνο του θα διαταράξει με τα άψυχα αντικείμενα ο Φάντασος… Τι βραδιά θα περάσει κι απόψε ο γεροντάκος!

*
Ο Σκρουτζ βρίσκεται μέσα σ’ ένα τρένο ασφυχτικά γεμάτο. Τόσον πολύ κόσμο δεν έχει ξαναδεί μέσα σε βαγόνι. Στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο όπως, οι σαρδέλες. Δεν υπάρχει χώρος ούτε το μαντήλι του να βγάλει από την τσέπη για να σκουπίσει τη μύτη του που τρέχει όπως η ανοιχτή βρύση. Ξαφνικά, κι ενώ βρίσκονται πολύ κοντά στον προορισμό, φλόγες τυλίγουν το τρένο. Κατακόκκινες, φωτεινές φλόγες ξεπηδούν από παντού. Μαύροι καπνοί γεμίζουν το βαγόνι. Εξαιτίας των αναθυμιάσεων, αισθάνεται ότι χάνει τις αισθήσεις του. Πηδά από το τρένο για να σωθεί.
Βρίσκεται μέσα σ’ ένα νοσοκομείο. Βλέπει στους διαδρόμους κρεβάτια να κινούνται μόνα τους και σκελετούς να κυκλοφορούν αμέριμνοι. Ένας επίδεσμος μεγαλώνει και τον κυνηγά ανελέητα. Στην προσπάθειά του να του ξεφύγει πέφτει με δύναμη πάνω σε μια τεράστια σύριγγα. Ο πόνος είναι πολύ έντονος αλλά εκείνο που τον τρομάζει είναι η τρύπα στο χέρι του. Είναι τόσο μεγάλη που νομίζει ότι το χέρι του κόπηκε στα δύο. Προχωρά γρήγορα και βρίσκεται επιτέλους στην έξοδο. Νιώθει ανακούφιση. Κατάφερε να ξεφύγει απ’ αυτή την κόλαση.
Ωστόσο, μπαίνει μέσα σ’ έναν χώρο όπου το θέαμα που αντικρίζει τού προκαλεί μεγαλύτερη φρίκη. Μάλλον βρίσκεται στο νεκροταφείο. Πεταμένα οστά δεξιά κι αριστερά. Τάφοι ανοιχτοί, κρανία να χάσκουν κάτω από το φως του φεγγαριού. Κυπαρίσσια γερμένα στο έδαφος. Σίγουρα, αυτές τις καταστροφές μόνον ιερόσυλοι θα μπορούσαν να τις κάνουν. Κάνει μερικά βήματα και βρίσκεται μπροστά από το μνήμα του Μάρλει. Ορθάνοιχτο και άδειο. Απέξω το κρανίο του Μάρλει τού κλείνει με νόημα το μάτι. Του θυμίζει ότι πλησιάζει κι η δική του σειρά.
Η ώρα είναι περασμένη και με το λιγοστό φως του φεγγαριού δυσκολεύεται να περπατήσει. Δεν βλέπει πού πηγαίνει και συνέχεια σκοντάφτει πάνω στα μνήματα. Φοβάται μην πέσει κατάμουτρα πάνω σε κανένα φάντασμα. Τι μακάβρια νύχτα, Θεέ μου! Επιταχύνει το βήμα του. Να προλάβει να βγει ζωντανός από ’δω μέσα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη επιθυμία του. Να βγει ζωντανός κι ας χάσει τα πάντα. Περιουσίες και χρυσές λίρες, ακόμη και τις μετοχές. Τ’ ανταλλάζει όλα για τη ζωή του. 

Οι καρδιακοί παλμοί αυξάνονται, νιώθει ότι δεν του φτάνει ο αέρας, έχει δύσπνοια. Ξυπνά κάθιδρος με ρίγη να ταράζουν ολόκληρο το κορμί του. 

ΣΡ (2015)

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2016

Διήγημα: «Στο σκοτεινό δωμάτιο»

Της Στέλλας Ρωτού // *
 Ευχαριστίες στο περιοδικό Fractal για τη δημοσίευση!
f23

Στο ημίφως του δωματίου ακούγονται ψιθυριστά οι ομιλίες. Κάποιες φευγαλέες στιγμές η μια φωνή δυναμώνει κι ύστερα πάλι χάνεται. Λες και μπαίνει ξανά στη σήραγγα κι ακούγεται από το υπερπέραν. Η μεγάλη κυρία καθισμένη στη σκληρή πολυθρόνα μοιάζει με απομίμηση του ίδιου του εαυτού της. Το πρόσωπό της παραμένει ανέκφραστο. Καταπνίγει κάθε μορφασμό για να μην μπορεί το κορίτσι να διαβάσει τις σκέψεις της. Χρωματίζει τη φωνή της και την κάνει ν’ ακούγεται ξέγνοιαστη.
Ύστερα από λίγες στιγμές απόλυτης σιωπής ξαναρχίζουν. Ο ήχος ακούγεται και πάλι δειλά ξέπνοος κι απόμακρος.
«Ένα…, δύο…, τρία…, τέσσερα…, πέντε…, έξι…, επτά…, οκτώ…, εννέα…, δέκα…».
«Μπράβο, μια χαρά τα κατάφερες. Βλέπεις, μπορείς όταν θέλεις. Οτιδήποτε επιθυμούμε πολύ, πάντοτε γίνεται. Για πάμε πάλι από την αρχή».
«Δεν μπορώ, σου λέω, κουράστηκα».
«Μια μικρή προσπάθεια ακόμη. Δεν την αξίζω αυτή τη μικρή σου προσπάθεια;».
Πνίγει έναν κόμπο που ανεβαίνει στον λαιμό της. Υψώνει τα μάτια προς τα πάνω και χωρίς να βγαίνει άχνα από τα χείλη της ψάχνει για λίγο φως. Αναζητά μια ντροπαλή ηλιαχτίδα για να φωτίσει κατά πρώτο λόγο το κορίτσι. Ωστόσο, κι εκείνη χρειάζεται το φως.
Ανθρώπινος νους δεν μπορεί να χωρέσει τον ανείπωτο πόνο. Φτωχές οι λέξεις για να τον περιγράψουν. Κι εσύ μπουμπούκι μου, που σου ’χουν ξεριζώσει ανελέητα τον μίσχο… Που δεν πρόλαβες να ολοκληρωθείς… Που σου τσάκισαν τα φτερά χωρίς οίκτο πάνω που ετοιμαζόσουν να τ’ ανοίξεις για να πετάξεις… Δεν πρόλαβες να χαρείς, καρδούλα μου. Πρώτα ο ξαφνικός χαμός της μανούλας σου και τώρα… Κι ο έρμος ο πατέρας σου, σε ποιον ώμο ν’ ακουμπήσει για να βρει ανακούφιση; Πώς να τον αντέξει τόσον πόνο. Είναι να τρελαίνεται κανείς. Ούτε στα παραμύθια ούτε στα πιο εφιαλτικά όνειρα δεν συμβαίνουν αυτά τα πράγματα. Ούτε σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Ποια μοίρα σε μοίρανε, μωράκι μου; Τι αμαρτίες ξεπληρώνεις; Μόνο σε μια προηγούμενη ζωή θα μπορούσες να είχες αμαρτήσει, γιατί σε τούτη ’δω δεν πρόλαβες καν να ζήσεις.
Το κορίτσι παραμένει πάντοτε στην ίδια άβολη στάση. Η στάση αυτή δεν αλλάζει μέρες τώρα˙ είτε νυχτώνει είτε ξημερώνει, είτε βρέχει είτε χιονίζει. Τα χεράκια αδυνατισμένα κρατούν και τα δύο μαζί το χέρι της κυρίας. Της το εγκλωβίζουν όπως τη χειροπέδη. Η μεγάλη κυρία κάνει πως θα μετακινήσει λίγο το χέρι της, να το ελευθερώσει, και το σφίξιμο γίνεται πιο δυνατό.
«Έλα μικρή μου, κάνε ακόμη μια προσπάθεια. Δεν θα χρειαστεί να κάνεις πολλές ακόμη τέτοιες προσπάθειες…».
Τικ-τακ, τικ-τακ, τικ-τακ ακούγεται όπως το εκκρεμές.
«Ένα…, δύο…, τρία…, τέσσερα…».
«Ούτε μέχρι τη μέση δεν έχεις μετρήσει, μην σταματάς. Ή μήπως προσπαθείς να με ξεγελάσεις, ρωτάχαριτολογώντας η μεγάλη κυρία.
Ενώ γίνεται αυτός ο διάλογος, ένα πρόσωπο χαμογελαστό προβάλλει στην πόρτα. «Πώς είναι το κορίτσι μας; Συνεχίζει να μετρά, όπως έχουμε συμφωνήσει; Ή μήπως προσπαθεί και πάλι να μας ξεγελάσει;».
Η μεγάλη κυρία που συνεχίζει να κάθεται στη σκληρή πολυθρόνα, έχει στρογγυλό πρόσωπο, απαλό δέρμα κι είναι πολύ στοργική με το κορίτσι. Παρότι συναισθηματική και ευαίσθητη, διώχνει αστραπιαία οποιοδήποτε συναίσθημα τολμήσει να προβάλει στο πρόσωπό της.
Η κυρία που εμφανίστηκε στην πόρτα έκαν’ ένα νεύμα όλο νόημα στη μεγάλη κυρία κι απομακρύνθηκε.
«Έλα κορίτσι μου γλυκό, ας πάμε πάλι από την αρχή. Και σου θυμίζω πως κάτι που το θέλουμε πολύ, με όλη τη δύναμη της ψυχής μας, πάντοτε το επιτυγχάνουμε. Η θετική ενέργεια μάς φέρνει τα ποθητά αποτελέσματα».
Το ξέρω πως η ώρα πλησιάζει. Το ξέρω πως η μεγάλη κυρία θα μ’ έχει στην αγκαλιά της αλλά εγώ θα πετάξω. Θέλω να πετάξω, να φύγω μακριά. Όμως φοβάμαι. Αν ήταν εδώ η μανούλα μου θα ένιωθα μεγάλη ανακούφιση. Αν ήταν εδώ να μου κρατούσε το χέρι όπως κάνουν όλες οι άλλες μανούλες. Όλοι αυτοί τριγύρω νομίζουν ότι μπορούν να με ξεγελάσουν. Νομίζουν πως δεν καταλαβαίνω γιατί με βάζουν να μετρώ. Μετρούν τις αναπνοές μου. Επιβεβαιώνουν πως είμαι ακόμη ζωντανή. Μάταια. Πάει καιρός που εγώ πέθανα. Μόνο το σακατεμένο κορμί μου βρίσκεται εδώ. Θέλω να φύγω. Κουράστηκα πια, δεν αντέχω άλλο. Λυπάμαι που αφήνω τον μπαμπά και τον αδελφούλη μου. Σπαράζει η καρδιά μου. Όμως πρέπει να φύγω για να γλιτώσω. Θέλω να πάω στη μαμά μου, στην αγκαλιά της. Δεν πρόλαβα να τη χαρώ τη μανούλα μου. Την αποθύμησα πολύ. Μόνο εκεί θα ηρεμήσω και θα ξεκουραστώ. Για πάντα.
«Δεν μπορώ, δεν σώνω. Θέλω να σου κάνω το χατίρι μα δεν μπορώ, δεν το καταλαβαίνεις; Από το πρωί μ’ έχεις τρελάνει, όλο τα ίδια και τα ίδια», είπε το κορίτσι με εμφανή δυσκολία και έντονα σημάδια κόπωσης.
«Δεν είναι που θέλω να σε βασανίζω παιδί μου, όμως έτσι πρέπει. Άκουσες και μόνη σου τι είπε η κυρία που πέρασε νωρίτερα από ’δω».
«Ένα…, δύο…, τρία…, τέσσερα…, πέντε…, έξι…».
Μπροστά από τα μάτια της μεγάλης κυρίας περνούν οι σκηνές, η μία πίσω από την άλλη. Προς στιγμή, νομίζει πως βρίσκεται καθισμένη αναπαυτικά σε μιαν αίθουσα σινεμά με το χωνάκι με ποπ κορν στα χέρια της. Αυτό κρατά μόνο μερικά δευτερόλεπτα. Κι η άλλη κυρία εμφανίζεται και πάλι στην πόρτα. Η έκφραση του προσώπου της δεν είναι καθόλου καλή. Ψιθυριστά βγαίνουν οι λέξεις από το στόμα της. Η μεγάλη κυρία κοιτάζει το ρολόι που βρίσκεται στον απέναντι τοίχο. Κάνει τον σταυρό της. «Η δύναμή σου, Θεέ μου, ας βοηθήσει κι εμάς τους αμαρτωλούς». Γυρίζει και κοιτάζει στοργικά το κορίτσι. Βλέμμα θλιμμένο.
«Αν με χρειαστείς, είμαι συνέχεια δίπλα. Πάτησε απλά το κουδούνι», υπενθυμίζει για πολλοστή φορά η κυρία της πόρτας.
Τι θα μπορούσε να χρειαστεί, άραγε; Αισθάνεται ότι λιγοστεύει το οξυγόνο μέσα στο δωμάτιο με το αμυδρό φως, και μαζί του κι ο χρόνος. Δεν μπορεί να κάνει τίποτε. Προσπάθησε πολύ, το ξέρει, αλλά το αποτέλεσμα μετράει. Το κορίτσι την κοιτάζει μ’ ένα πρόσωπο όλο βλέμμα. Θέλει να της μιλήσει. Ανοίγει το στόμα μα δεν βγαίνει ο ήχος.
Ξαφνικά, κι ενώ η μεγάλη κυρία θ’ άρχιζε και πάλι τα παρακάλια για το μέτρημα, το κορίτσι την κοιτάζει επίμονα με μάτια που φεγγοβολούν και διαμιάς αρχίζει να μετρά σε έναν έντονο ρυθμό. «Ένα, δύο, τρία, τέσσερα», μέχρι και το δέκα, χωρίς διακοπή. Η μεγάλη κυρία έντρομη προσπαθεί να πατήσει το κουδούνι. Θέλει να φωνάξει μα νιώθει τον κόμπο στον λαιμό της σαν μια βαριά πέτρα που ολοένα μεγαλώνει και την πνίγει. Από το μέτωπό της στάζουν χοντρές σταγόνες ιδρώτα ενώ ένα σύγκρυο διαπερνά το κορμί της.
Η άλλη κυρία, μαζί με δυο-τρία άλλα άτομα, εισβάλλει στο δωμάτιο χωρίς χρονοτριβή. Δεν χρειάστηκε ν’ ακούσουν τον ήχο του κουδουνιού. Παρακολουθούσαν διαρκώς μέσ’ από μια μαυρόασπρη οθόνη και γνώριζαν ανά πάσα στιγμή τι διαδραματιζόταν στο σκοτεινό δωμάτιο. Έβλεπαν τον χρόνο να τελειώνει όπως την άμμο μέσα στην κλεψύδρα. Τα περιθώρια είχαν στενέψει πολύ και δεν υπήρχε περίπτωση επανόρθωσης. Απλούστατα, η οποιαδήποτε αργοπορία άμβλυνε το πρόβλημα.
Τόσα χρόνια δουλεύω εδώ, κι όμως πρώτη φορά συναντώ τέτοια δυστυχία. Όσο κι αν έχω συνηθίσει, μέσ’ από το επάγγελμά μου, ματώνει η καρδιά μου για κάθε ψυχούλα που φεύγει. Ωστόσο, για τούτο εδώ το κορίτσι αισθάνομαι την αδικία να με πνίγει. Ξεσκίζεται κυριολεκτικά η καρδιά μου. Κι αμαρτία μου εξομολογημένη, διερωτώμαι εάν υπάρχει Θεός. Κι αν υπάρχει, τι κάνει, κοιμάται; Δεν βλέπει, δεν ακούει; Αυτός ο δύστυχος ο πατέρας πώς θ’ αντέξει; Και με τι δύναμη θα συνεχίσει να πολεμάει το θεριό; Αφού γνωρίζει καλύτερα απ’ όλους μας την κατάληξη. Αφού ξέρει πως το θεριό θα νικήσει, πως δεν υπάρχει τρόπος να του ξεφύγουν. Του το έχουν ξεκόψει από την αρχή. Κι όλ’ αυτά που έκαναν στο κορίτσι, πειράματα είναι. Κρίμα κι άδικο. Έλεος!
Αλυσιδωτές σκέψεις τρυπούσαν το μυαλό της μεγάλης κυρίας. Καθόταν εκεί με σταυρωμένα χέρια. Δεν κουνούσε ούτε το μικρό της δακτυλάκι. Δεν έκανε απολύτως τίποτε.
«Μανούλα μου, έρχομαι. Ξεκίνησα από μέρες αλλά αυτές οι κυρίες με κρατούσαν με το ζόρι κοντά τους. Προσπαθούσα με κάθε τρόπο να τους ξεφύγω μα με είχαν δεμένη. Πάλεψα πολύ, πόνεσα, μάτωσα. Έχασα όλες μου τις δυνάμεις μα τώρα ξαφνικά, η μεγάλη κυρία που μ’ έχει δεμένη με χειροπέδη αποκοιμήθηκε. Κατάφερα να πάρω το κλειδί και την ξεκλείδωσα. Απελευθερώθηκα. Επιτέλους! Τρέχω, έρχομαι, άνοιξε την αγκαλίτσα σου, μαμά. Αχ, πόσο μου έλειψες όλ’ αυτά τα χρόνια».
Οι δύο κυρίες κοκάλωσαν. Παρέμειναν ακίνητες στις θέσεις τους σαν αγάλματα. Σε πολύ λίγο μια πεταλουδίτσα διαπέρασε το δωμάτιο. Έκανε έναν σχολαστικό γύρο, όρισε τον χώρο, χαμογέλασε στις δύο κυρίες-αγάλματα, τους έκλεισε πονηρά το μάτι στέλνοντάς τους κι ένα φιλί, και χάθηκε.
Η κλεψύδρα έκλεψε τον χρόνο πιο σύντομα απ’ ό,τι αναμενόταν. Φάνηκε πόσο μικρή ήταν η μεγάλη κυρία μπροστά σ’ αυτό που συνέβη. Άφησε να κυλήσουν δυο καυτά δάκρυα κι ανασήκωσε το βλέμμα προς τα πάνω ψάχνοντας απεγνωσμένα για κείνη τη ντροπαλή ηλιαχτίδα. Τη χρειαζόταν για να ζεστάνει τα σωθικά της.
Η αλήθεια είναι πως ο άνθρωπος, όταν πληροφορείται για ένα τραγικό γεγονός που συμβαίνει στη ζωή άλλων ανθρώπων, έξω από το δικό του σπίτι, και δεν τον αφορά άμεσα, για λίγες στιγμές συνετίζεταιεστιάζοντας στο πραγματικό νόημα της ζωής. Αντιλαμβάνεται πόσο σύντομο είν’ αυτό το ταξίδι και βάζει στόχους για να το κάνει όσον το δυνατόν ομορφότερο. Δίνει υποσχέσεις στον εαυτό του, παρότι είναι πεπεισμένος βαθιά μέσα του ότι θα τις αθετήσει άμα τη γεννέσει τους. Αισθάνεται ευχαριστημένος από τη ζωή του και τυχερός έναντι πολλών άλλων ανθρώπων. Χαίρεται γιατί όλη η οικογένειά του είναι υγιείς και προσπαθεί να πείσει και τους γύρω του για τα νοήματα, τα ιδανικά και τις αξίες. Δείχνει να ενδιαφέρεται ποσώς για τα υλικά αγαθά. Άλλα είναι που μετρούν τώρα. Μάλιστα γίνεται ιεροκήρυκας και συμβουλεύει και τους άλλους. Τους στέλνει να κάνουν πού και πού μια βόλτα από το νοσοκομείο να δουν τον πόνο των συνανθρώπων τους που ξεχειλίζει, στο ορφανοτροφείο να δουν τα παιδάκια που αναζητούν καινούργιους γονείς κ.ο.κ. Πόσο καλός ηθοποιός μπορεί να γίνει ο άνθρωπος! Υποδύεται τέλεια τον ρόλο που στο τέλος καταφέρνει να ξεγελάσει ακόμη και τον ίδιο τον εαυτό του. Κι όλ’ αυτά για λίγες μόνον στιγμές…

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2016




Ελένη Βακαλό 
1921 - 9 Οκτωβρίου 2001
Ποιήτρια και κριτικός τέχνης

«Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος»


[Από τη Συλλογή Του κόσμου (1978).]

Θα σας πω πώς έγινε
Έτσι είναι η σειρά

Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο
δρόμο του έναν χτυπημένο
Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε
Τόσο πολύ λυπήθηκε
που ύστερα φοβήθηκε

Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να
τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα
Τι τα θες τι τα γυρεύεις
Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω,
να ψυχοπονέσει τον καημένο
Και καλύτερα να πούμε
Ούτε πως τον έχω δει

Και επειδή φοβήθηκε
Έτσι συλλογίστηκε

Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;
Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες
Άρχισε λοιπόν και κείνος
Από πάνω να χτυπά

Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας




Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2016


Ό,τι σκέφτομαι...

Κάτω από το θαύμα τ’ ουρανού
Απελευθερώσου
Παρατήρησε τις εικόνες
Μύρισε τ’ αρώματα
Απόλαυσε τη μοναδικότητα της στιγμής
Χαμογέλασε στον ήλιο που γεννιέται
Καλωσόρισε τ’ ολόγιομο φεγγάρι
Μέτρησε τ’ αστέρια
Κάνε πολλές ευχές
Για σένα και για τους ανθρώπους γύρω σου
Γι' αυτούς που αγαπάς
Κράτησε την κάθε εικόνα σαν
Μια ξεχωριστή ζωγραφιά

(ΣΡ 19/09/2016)

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2016



















Ό,τι σκέφτομαι...

Φίλε,
Απεχθάνομαι το ενδιαφέρον σου
που ξεχειλίζει προσποίηση και αναλήθεια.
Μισώ το ψεύτικο χαμόγελό σου και
το δήθεν φιλικό κτύπημα στον ώμο.
Δεν μου αρμόζει να σε πληγώσω,
κι αποχωρώ διακριτικά.
Άλλη ευκαιρία δεν σου αξίζει
κι ας καμώνεσαι πως δεν καταλαβαίνεις.
Προτιμώ τη σιωπή,
τη σιγανή υπόκρουση
όπως τον παφλασμό των κυμάτων.
Δεν χρειάζονται περεταίρω εξηγήσεις.

ΣΡ (13/09/2016)

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2016



Ό,τι σκέφτομαι...


Αφυπνίζω συνειδήσεις
Αναξέω πληγές σκόπιμα
Ανακατεύω τις αναμνήσεις
Συνδαυλίζω το φιτίλι
Νοσταλγώ
Το λυχνάρι δεν πρέπει να σβήσει
Για να φωτίζει το σκότος
Να χαράσσει την αληθινή πορεία
Να εξαλείφει την αβεβαιότητα

(ΣΡ 10/09/2016)

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016


Στόχος

Δεν μας κρατάνε όλες οι Ιθάκες
σε απόσταση
Κι ούτ’ είναι μακρινές όλες οι διαδρομές.
Μονάχα στου μυαλού μας τη λιγοψυχία
Φαντάζουν απροσπέλαστες.
Κανένα φρούριο δεν παραμένει απόρθητο
Αν υπάρχει σταθερή επιθυμία της επίτευξης.
Με στόχο, η πορεία γίνεται ωφέλιμη
Κι ο σκοπός επιτυγχάνεται.

ΣΡ (08/09/2016)