Δευτέρα 13 Αυγούστου 2018




ΜΑΙΝΑΔΕΣ ΤΟΥ ΚΗΦΙΣΟΥ 
Συγγραφέας: Ελένη Στασινού
Εκδόσεις: Γκοβόστη 2018

Περίληψη από το οπισθόφυλλο του βιβλίου
Στα παρόχθια του ποταμού μια παρέα αθώων κοριτσιών που αυτοαποκαλούνται «Μαινάδες του Κηφισού», επιδίδεται σε εφηβικά γυμνάσματα.
Πόσο ένοχες θα είναι καταστρέφοντας ένα παράνομο φορτίο αλατιού;
Από πού έλκει τη δύναμή του το Αλάτι, ώστε να τιμωρείται όποιος ασχημονεί εις βάρος του, όποιος δεν μετρά και δεν υπολογίζει την αρχέγονη δύναμή του, όποιος δεν σέβεται τη θέση του στην αλυσίδα της ζωής μας και της ζωής πέραν της ζωής; Υπάρχουν δυνάμεις –όπως η αγάπη και η φιλία– που να δύνανται να αναχαιτίσουν την απονομή αυτής της ανώτατης δικαιοσύνης;
Ή η αρχαία του μνήμη διαχέεται στις γενιές καθορίζοντας συμπεριφορές και πεπρωμένα;
Υπάρχει θάνατος που μπορεί να χαρακτηρισθεί «κομψοτέχνημα»;
Να είναι αλήθεια πως ο έρωτας μπορεί να ζωντανέψει ένα νεκρό σώμα;
Ότι οι άνθρωποι δύνανται να περπατήσουν στο νερό; Τα παραμύθια του αλατιού που λέγονται στις Αλυκές τις νύχτες της ξεκούρασης, τι ρόλο μπορεί να παίξουν στις ζωές των πρωταγωνιστών; Μπορεί το αλάτι με κάποιον ανεξήγητο τρόπο να προκαθορίσει τη μοίρα των ηρώων μας, μπορεί να βοηθήσει σε αυτοκάθαρση η κάθαρση μέσω τιμωρίας;
Αγγίζει την εποχή μας η πεποίθηση της κοσμοθεωρίας των αρχαίων Ελλήνων, που καθοριζόταν από το σχήμα ὓβρις - ἂτη – νέμεσις - τίσις;
Είναι τελικά το δαιμονοποιημένο στοιχείο της ατυχίας ή μήπως έχει την υπερφυσική δύναμη που πίστευαν οι Αλχημιστές, οι μάγοι, και οι σοφοί;
Σε μια χώρα που η ανθρώπινη γλώσσα ελάχιστα περιέγραψε, τη χώρα του αλατιού, όλα είναι δυνατά. Και καθώς η ιστορία των νυχτερινών παραμυθιών με το «τρόπαιο» που θα δοθεί στον άριστο αφηγητή θα επαναλαμβάνεται, θα αναρωτηθούμε πόσο τέλειος είναι αυτός ο κόσμος που πάντα θα ολοκληρώνει σε κύκλους αρχετυπικούς το καθετί που δείχνει τυχαίο.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
[…]
Όταν έγινε το ατύχημα, ακόμα ήταν με ψηλό πυρετό. Ήταν μικρή για να περάσει από τους ασχημάτιστους ώμους της το βάρος του γεγονότος. Το έζησε από τις απουσίες, από λέξεις σπασμένες, από τα μαύρα χρώματα που επικράτησαν παντού, από τους σκεπασμένους καθρέφτες   ̶̶   ποτέ δεν κατάλαβε γιατί εμπόδισαν το φως του ήλιου να αντανακλάται τόσο όμορφα μέσα τους, ποτέ δεν κατάλαβε γιατί σκοτείνιασε το σπίτι τόσο πολύ και για τόσο μεγάλο διάστημα, ποτέ δεν κατάλαβε γιατί της φόρεσαν ένα μαύρο ριχτό φόρεμα σαν σάβανο μέχρι που επενέβη η θεία Αθηνά. «Τι σας χρωστάει μικρό κορίτσι να το παρασύρετε στο δικό σας χάος» έτσι είχε πει και την πήρε και της έραψε ένα σωρό φορέματα χρωματιστά όλα και φεγγερά, είχε μεγαλώσει και τόσο πολύ σε λίγους μήνες μέσα.
[…]
Δεν θυμάται πόση ώρα κάθισε κοιτάζοντας  ̶ μπορεί και όλη τη νύχτα ̶  για να καταλάβει τελικά ένα πράγμα: πως ο καθένας είχε μια ζωή που εκείνη ποτέ δεν θα γνώριζε. Πως ο καθένας ένιωθε πράγματα τα οποία αυτή ποτέ δεν θα μάθαινε και δεν θα μοιραζόταν. Πως ο καθένας ζούσε σε μια μοναξιά απ’ όπου κανένας δεν θα μπορούσε να τον βγάλει.
[…]
«Το αλάτι γνωρίζει πως ένα οργισμένο κορίτσι και τρία απερίσκεπτα συμφώνησαν, πέσανε επάνω του και το κατέστρεψαν. Γνωρίζει πως ποτέ μόνο του όσο οργισμένο κι αν ήταν το ένα κορίτσι, δεν θα κατάφερνε να κάνει κάτι τέτοιο κακό. Το μεγάλο κακό γίνεται με μεγάλη συνεργασία. Όμως σας λέω τούτο. Όσο είσαστε ενωμένες, όσο είμαστε πιστές η μία στην άλλη, αυτή η ένωση, αυτή η αγάπη, θα έρθει αντιμέτωπη με τη δύναμη του αλατιού και θα την νικήσει. Αν όμως σπάσουμε, τότε το αλάτι θα αποδώσει τη δικαιοσύνη του, γιατί η δύναμή του είναι φτιαγμένη από χρόνια, δάκρυα και θυσίες. Και γι’ αυτό δεν συγχωρεί τους ασεβείς. Τώρα δεν καταλαβαίνετε, μα ας μην χρειαστεί ποτέ να καταλάβετε».
[…]
18 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΗΤΑΝ ΤΟΥ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ όταν ο Δήμος Δραγούνης  ̶  όπως και κάθε άνθρωπος ̶  κατάλαβε πως δεν μπορούσες να ξεφύγεις απ’ όλα. Με λίγη τύχη, η βροχή και το κρύο κρατιόντουσαν μακριά. Με λίγη ελπίδα, ο φόβος κούρνιαζε σε αφώτιστα. Με λίγη δουλειά, κλεψιά, πονηριά, φαντασία, η πείνα κατευναζόταν. Με λίγη ειρωνεία ο πόλεμος σε απεχθανόταν. Και με έρωτα, σε απόφευγε ακόμα κι ο θάνατος.
[…]
Απλώνουν τα χέρια και κρατιούνται η μια από την άλλη. Σκυμμένες να μην πέσει λέξη στο χώμα ή στα νερά που τρέχουν δίπλα τους και χάσουν οι λέξεις το μυστήριο χρώμα που η Διδώ ξέρει να τις βάφει.
«Κάθε σπίτι, λοιπόν, έχει ένα μπαούλο που μέσα του κρύβουν οι νοικοκυραίοι μια μυστική ζωή. Μια ζωή άλλη από εκείνη που φαίνεται και την αντιλαμβάνονται όλοι».
[…]
«Εμείς ποτέ δεν θα χωρίσουμε.. Μαζί γεννηθήκαμε, μαζί μεγαλώνουμε, μαζί θα πεθάνουμε», έει η Κάτια.
Η Βιργινία σκέφτεται πως πολύ τελεσίδικο της ακούγεται κάτι τέτοιο. Δεν της αρέσει. Σε καθετί που έβαζε ένα όριο, της δημιουργούσε ένα αίσθημα ασφυξίας. Ήθελε στα πάντα να υπάρχει κίνηση, ροή, όλα να μοιάζουν με ορίζοντας που δεν πλησιάζεται. Σαν τις ερωτήσεις που δεν τελειώνανε και τις απαντήσεις που έψαχνες και δυσκολευόσουν να δώσεις.
[…]
«Όσα έρχονται και δεν τα φέρνουμε εμείς, αντέχονται. Όταν ευθύνονται άλλοι δηλαδή, είτε άνθρωποι είτε θεός, είτε η φύση, ευκολότερα τα αντέχουμε. Μόνο αν είμαστε εμείς υπεύθυνοι για το κακό, αυτό ναι δεν αντέχεται».
«Δεν το καταλαβαίνω. Δηλαδή καλύτερα να είμαστε παθόντες, αυτό λες:»
«Λέω πως αυτός που έχει αδικηθεί έστω και πικραμένος, μπορεί να κοιμηθεί. Μα αυτός που ευθύνεται για κακό, περνάει θηλιά στο λαιμό του κι όπου πάει κι ό,τι και να κάνει, να ησυχάσει δεν μπορεί. Αυτό λέω και τίποτε άλλο».

[…]
«Υπάρχουν ειδών ειδών θάνατοι, κοκόνα μου. Κι ο Σκλιάς φεύγοντας καταδίκασε σε θάνατο γυναίκα και παιδιά. Πώς τους καταδίκασε, ρωτάς; Τους έσβησε σαν να μην είχαν αξία. Πεθαίνει και με αυτόν τον τρόπο ένας άνθρωπος, όχι μόνο από πείνα ή μαχαίρι. Κι αυτός ο θάνατος κρατεί και περσότερο, κοκόνα μου. Γίνεται μαρτύριο. Ξέρεις τι είναι να σου στερούν την ύπαρξη; Ποτέ να μην το μάθεις».
«Δεν σου στερούν τη ζωή μόνο με τον θάνατο που ξέρουμε, γιαγιά:»
«Όχι, κοκόνα μου. Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο κορμί. Είναι και ψυχή και πνεύμα. Μπορεί κάποιος να σου σκοτώσει αυτά και το σώμα να είναι γερό. Αυτ΄έκανε ο Σκλιάς στη γυναίκα και τα παιδιά του».
«Και δεν θα γίνουν ποτέ κανονικοί γιαγιά;»
«Θα πρέπει να σκεφτούν τη δύναμη που έχουν μέσα τους. Θα πρέπει να σκεφτούν πως υπάρχουν, έστω κι αν εκείνος τους παράγραψε. Τότε μόνο θα μπορέσουν να ζήσουν. Γιατί ο άνθρωπος, Μιχαήλα μου, πρέπει από νωρίς να μαθαίνει πως πρώτα ζει γ’ αυτόν τον ίδιον. Πως αυτός είναι πρώτα ευλογημένος. Ακόμη και ο θεός ευλόγησε πρώτα τον έναν κι ύστερα τους δυο. Άραγε ό ένας είναι αρχή. Πρέπει, λοιπόν, ο κάθε άνθρωπος, να ξέρει την αρχή του. Να ξέρει δηλαδή την αξία του».
[…]
Κάποιος ποιητής (Αλφρέντ Ντε Μισέ) είπε πως η γυναίκα για να είναι γυναίκα πρέπει να έχει λίγο αλάτι στο πνεύμα και λίγη τρικυμία στην καρδιά.
[…]
Η κουκίδα αυτή που εσύ λες μηδέν είναι το σημείο που ισορροπεί η πλάστιγγα του μπακάλη, η ζυγαριά της δικαιοσύνης ή ο ζυγός που κρατά ο κριτής του κόσμου. Ακριβώς αυτό λέω. Πως το μηδέν θα μπορούσε να είναι ο κύκλος ο αιώνιος, αυτό που δεν έχει τέλος και αρχή, το τέλειο, ώστε καθετί να βοηθά να διατηρηθεί η ισορροπία. Η ισορροπία του κόσμου ή του ατόμου, το ίδιο είναι.
[…]
«Σωπάστε λίγο και ακούστε. Ακούτε το βουητό που βγαίνει και σηκώνεται στον αέρα. Τι νομίζετε πως είναι; Ο Έρωτας είναι που υπάρχει παντού. Αυτήν τη στιγμή εκατομμύρια όντα ερωτεύονται και γονιμοποιούνται. Σφίγγες, μέλισσες, πεταλούδες, σκουλήκια, ψάρια, καβούρια. Δεν έχει σημασία αν εσύ είσαι ερωτευμένος, σημασία έχει πως αυτό δεν σταματάει στιγμή. Κάθε δευτερόλεπτο, ζει, παντού. Στον αέρα, στο νερό, στο χώμα, στα ζώα, στους ανθρώπους, στα πουλιά. Δεν σκέφτεστε πως μια στιγμή αν έπαυε η φύση να ερωτεύεται, θα έπαυε η συνέχεια του κόσμου».
[…]
Το κυπαρίσσι συμβολίζει τη λησμονιά, που είναι ο πραγματικός θάνατος της συνείδησης. Ο άνθρωπος που ξεχνάει τη ζωή, είναι πράγματι νεκρός. Γι’ αυτό, το κυπαρίσσι ήταν και εξακολουθεί να είναι το κατεξοχήν δένδρο που συνοδεύει τους τάφους στα νεκροταφεία. Η πανάρχαια αυτή παράδοση χαρακτηρίζει όλους τους λαούς που έχουν δεχτεί ελληνική επίδραση και έχει την προέλευσή της στα Ορφικά μυστήρια.
[…]
Κάθε άνθρωπος είναι κυριευμένος από ένα πράμα. Άλλος κατέχεται από αγάπη. Άλλος από μίσος, από ζήλεια, από απληστία, από καλοσύνη ή και φόβο. Άμα μάθεις από ποια δύναμη κατέχεται ο άντρας, θα μπορέσεις να ζήσεις καλά μαζί του και να ευτυχήσεις. Άμα δεν την ανακαλύψεις, θα δυστυχήσετε κι οι δυο.
[…]
Η Διδώ έδινε σε αυτήν την κατάσταση διάφορα ονόματα, μα και εκείνη, καθώς και η ίδια, προτιμούσαν την ελληνική ωραία εκφορά της λέξης «έκσταση». Η Βιργινία είχε ψάξει τις ρίζες της για να φτάσει στο ίδιο αποτέλεσμα της «αγράμματης» Διδώς. Βρισκόσουν έξω από κάθε συνηθισμένη κατάσταση. Δίχως χρήση μαντζουνιών, βοτάνων και αλοιφών, μόνο άδειαζες το μυαλό σου από τις σκέψεις αυτού του κόσμου. Μετά όλα ήσαν εύκολα. Μια λευκή οδός άνοιγε αργά-αργά και εσύ την διάβαινες, ευτυχής, αφού ό,τι σε βάραινε, ό,τι σε καθιστούσε δέσμιο, είχε μείνει πίσω κι εσύ μόνο κινούσες για έναν αέρα που υποσχόταν διεύρυνση ψυχής. Αυτό. Μόνο ψυχής. 
[…]
Μα αυτή ήταν μόνο λίγα χρόνια μεγαλύτερη από δεκάξι. Και τότε, μπροστά στο παράθυρο που περίμενε κάτι να συμβεί και τίποτα δεν συνέβαινε, άρχισε να εφαρμόζει μια αριθμητική που την έφερε σε τρομακτικές πραγματικότητες. Δέκα χρόνια επί 360 ημέρες. Είχε ξυπνήσει τόσες φορές, είχε μαγειρέψει τόσες, είχε τινάξει, ξεσκονίσει, σερβίρει, πλύνει, πάει τα παιδιά στο σχολείο, είχε ξενυχτήσει, τόσες φορές είχε φτιάξει καφέδες, κουλουράκια, πίτες, είχε σερβίρει αχώνευτους συγγενείς, είχε κοιμηθεί με τον άντρα της χωρίς να θέλει, είχε δαγκώσει τη γλώσσα της σε λόγια που δεν έπρεπε να βγουν, είχε πάει επισκέψεις και δει πρόσωπα που δεν εκτιμούσε, είχε καταπιεί μυστικά που δεν έπρεπε να δουν το φως του ήλιου.
Επί δέκα χρόνια μάθαινε τα γεγονότα από αυτόν, παρακολουθούσε θεατρικά στο ραδιόφωνο, σέρβιρε φίλους του που την ξεψάχνιζαν με τα μάτια, κεντούσε λουλούδια που έπαυε σιγά-σιγά να αγαπά, πότιζε δέντρα που δεν ήθελε τον ίσκιο τους, διάβαζε παιδιά με την πεποίθηση πως δεν χρησίμευε σε τίποτα η γνώση. Δέκα χρόνια χαιρετούσε την Αλεξάνδρα και την υποδεχόταν με αγάπη στα πρώτα κρύα. Δέκα χρόνια θαύμαζε την Αλεξάνδρα, ζήλευε την Αλεξάνδρα, αγαπούσε την Αλεξάνδρα. Τέλος κατάλαβε πως δεν αγαπούσε ακριβώς την Αλεξάνδρα, αλλά την ελευθερία αυτής της γυναίκας και πόνεσε τόσο πολύ που έπεσε σε περισυλλογή. Έτσι την είχε γνωρίσει. Ελεύθερη. Έτσι από πάντα είχε μάθει να είναι. Ελεύθερη.
[…]
Άνοιγε στη συνείδησή της μικρά-μικρά περάσματα, ώστε να μπει για τα καλά στο μέσα μέρος του μυαλού της, σαν μια ερώτηση αθώα. Και όχι τόσο επικίνδυνη και ικανή να επιφέρει σεισμό στην ίδια, στην οικογένειά της ή και στο ευρύτερο περιβάλλον της. Μια ερώτηση απλή. Που επεδίωκε απάντηση. Πώς ήταν δυνατόν να συνεχίζει να προσθέτει νούμερα με καθημερινές ασχολίες, στις στήλες απολογισμού της ζωής της, όταν εκεί έξω η ζωή παραληρούσε. Όταν εκεί έξω υπήρχαν όλα αυτά, που δεν είχε βιώσει και που θα πέθαινε χωρίς να τα γνωρίσει;
[…]
Σκέφτηκε τις φίλες της.
Καμιά δεν ήταν αρκετά δυνατή ώστε να αντέξει να φτάσει στον πάτο των μυστηρίων της ζωής, σκέφτεται και τώρα, κουρνιασμένη σε μια ρίζα με άνεμο και ψιχάλα, να παγώνει τα πάντα. Εξόν από τη Διδώ. Η Διδώ ήταν ή ίδια η ερώτηση και η απάντηση, ήταν η σοφία και το ανατρίχιασμα της γης. Αυτή τι έκανε;  Πού ήταν η δύναμή της, τη στιγμή που ο γιατρός άρχισε να είναι ο τακτικότερος επισκέπτης του σπιτιού της. Πού ήταν η ορμή που είχε, να ξεφυλλίσει τη ζωή ως το κουκούτσι της, να πάρει αυτό το κουκούτσι στα δόντια της, να το σπάσει, να πιει τον πικρό χυμό του, να καταλάβει, να νιώσει, να γίνει ένα με αυτό που ήταν η αιτία όλων.
[…]
Όφειλε να αδειάσει εντελώς, από όλα αυτά που χτίστηκαν τόσα χρόνια και που, όπως έλεγε εκείνος, θα ήσαν οι αναμνήσεις τους, για όταν η ζωή θα είχε κάνει τον μεγαλύτερο κύκλο της.
Δεν της είχε αρέσει αυτή η κουβέντα. Άκου όταν η ζωή θα είχε κάνει τον μεγαλύτερο κύκλο της. Πώς είχε πει κάτι τέτοιο; Ποιος του είχε δώσει το δικαίωμα να σκεφτεί πως ένας γάμος ή, ακόμα ̶  ακόμα, και τα παιδιά μπορούσαν να τους αφομοιώσουν όλους σε έναν και μόνο κύκλο, αφανίζοντας τις προσωπικές δυνατότητες. Υπήρχαν εδώ άτομα, που το καθένα είχε ή θα είχε μελλοντικά τη δική του ζωή, τις δικές του απόκρυφες επιθυμίες, τους δικούς τους ιδιαίτερους στόχους.
[…]
ΔΕΝ ΔΕΧΤΗΚΕ να την συνοδέψει ο Παύλος. «Δεν είμαι κοριτσάκι και δεν είσαι ο πατέρας μου», του είπε και ανέβηκε στο πίσω μέρος ανοικτού ημιφορτηγού μαζί με πέντ’ έξι άλλες. Με χαρά επιβιβάστηκε θα έλεγε και, μάλιστα, μια χαρά που μεγάλωνε όσο απομακρύνονταν. Δεν ένιωσε τη συστολή που θα όφειλε, ή λύπη που αναγκαζόταν να αφήσει σύζυγο και παιδιά. Δεν θα έδινε την ευκαιρία σε αυτήν τη στείρα εσωτερική δικτάτορα, τη γυναικεία ενοχή  ̶  που τεχνηέντως εμφυσούσαν στις γυναικείες ψυχές αιώνες τώρα ̶ , να την κυριέψει, ούτε θα έφερνε τον εαυτό της στη δύσκολη θέση, κάποτε στο μέλλον να της ζητούσε τον λόγο για όλα αυτά που επιθύμησε και αναγκάστηκε να θυσιάσει σε αυτήν  ̶ τη συστολή ̶  και σε άλλα γυναικεία «γνωρίσματα» που έκαμναν τη γυναίκα αποδεκτή και θελκτική.
Γι’ αυτό άφησε το πρόσωπο στον χλιαρό άνεμο και συγκρατούσε τα μαλλιά με τη βία να μην ξεχυθούν ελεύθερα και αναιδή, μη, και πανέμορφα, στιλπνά και μαγεμένα με αυτήν την ομορφιά τους, κατάληγαν να περιγελούν τα σφικτά και μαζεμένα μαλλιά στα σφιγμένα πρόσωπα των γυναικών που ταξίδευαν μαζί της. Παρόλη την προσπάθεια να μην φανεί κάποια διαφορά, ξεχώριζε. Έτσι, τα βλέμματα την ακουμπούσαν με ενδιαφέρον κι αυτή αντιγύριζε καλοσυνάτα μάτια και ίχνος χαμόγελου. Η ανάσα της ελευθερίας είχε ήδη αρχίσει να την κάνει ακόμη πιο επιεική και γενναιόδωρη.
[…]
…δεν να μάθαινε ποτέ αν η επιμονή ενός ανθρώπου μπορούσε να καθορίσει ή να ανατρέψει τη ροή των γεγονότων, αν η επιμονή ενός ανθρώπου είχε τη δύναμη να αιφνιδιάσει το «γραμμένο», αλλάζοντάς το ή επισπεύδοντάς το.
[…]
Μου μίλησες για ελευθερία. Θυμάσαι τι μου είπες; Πως κάποιος σε έμαθε πως πρώτα οφείλεις να αγαπάς την ελευθερία σου και μετά να αγαπάς όποιον δεν στέκεται εμπόδιο σε αυτήν.






Τρίτη 24 Απριλίου 2018




Τάκης Σινόπουλος (17 Μαρτίου 1917 – 25 Απριλίου 1981)
Ποιητής και συγγραφέας

ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ της ποίησης σημασία έχει όχι μόνο αυτό που βλέπεις (διαβάζεις) γραμμένο αλλά και το άλλο που δεν βλέπεις γραμμένο. Αυτό που κάποτε ακούγεται σαν δεύτερος ήχος στα ενδιάμεσα των συλλαβών και των λέξεων  ̶  δεν είναι η σιωπή, μη βιάζεσαι  ̶  είναι ο ήχος που αφήνουν οι λέξεις όταν οι συλλαβές κι οι λέξεις τρίβονται  ̶  τα κόκαλά τους τρίβονται ̶  η μια με την άλλη. Καμιά φορά ακούς λέξεις ολάκερες πίσω από το πρώτο ηχητικό (ή εννοιολογικό) επίπεδο, που συμπληρώνουν ή αντιμάχονται τις πρώτες. Καμιά φορά  ̶  σπάνια  ̶  πίσω από ένα ποίημα ή στα ενδιάμεσά του ακούς καθαρά κάτι σαν ένα δεύτερο ποίημα  ̶  η αίσθηση είναι παράξενη, ταράζεσαι τότε. Κι αυτό φυσικά δεν είναι ο αντίλαλος του πρώτου ποιήματος. Είναι ένα άλλο ποίημα, με μια δική του συναρμογή συλλαβών και λέξεων, διαφορετικό απ’ το πρώτο.
(απόσπασμα από το ΝΥΧΤΟΛΟΓΙΟ εκδ. Κέδρος 1990)

Πέμπτη 19 Απριλίου 2018



Ηχοχρώματα

Συνήθως οι φυσιολογικοί άνθρωποι έχουν τη μια από τις πέντε αισθήσεις πιο ανεπτυγμένη. Κι ακόμη, οι άνθρωποι που εκ γενετής στερούνται μία των βασικών αισθήσεων, όπως η όραση ή η ακοή, μια από τις άλλες τους αισθήσεις υπερισχύει. Επιπλέον, όλοι μας έχουμε και την «έκτη αίσθηση» που μας βοηθά να συναισθανόμαστε την άμεση μελλοντική έκβαση ενός γεγονότος. Βέβαια, μερικές φορές, αυτήν την αίσθηση, δεν την «εκμεταλλευόμαστε» σωστά. Ωστόσο αυτό είναι μια άλλη ιστορία με την οποία δεν θ’ ασχοληθούμε επί του παρόντος.
Έτσι λοιπόν κι εγώ, σαν ένας συνηθισμένος ανθρωπάκος, από τις πέντε αισθήσεις, είχα την ακοή ενός άγριου ζώου και την όσφρηση τον πιο αδύναμο κρίκο, σχεδόν ανύπαρκτη.  
Ωστόσο, επειδή όλα τα πράγματα στη ζωή μας τα θεωρούμε δεδομένα και δεν πιστεύουμε ποτέ πως κάτι μπορεί ν’ αλλοιωθεί, δεν δίνουμε την απαραίτητη σημασία σ’ αυτά που μας έχουν χαριστεί. Και είτε τα σπαταλάμε είτε τα καταστρέφουμε. Δηλαδή, αυτοκαταστρεφόμαστε.
Από μικρός καυχιόμουνα ότι μπορούσα ν’ ακούω… ακόμη και την αναπνοή της μύγας! Μπορούσα να διακρίνω τους μουσικούς ήχους με ακρίβεια, είχα δηλαδή μουσική αντίληψη˙ μουσικό αυτί στην καθομιλουμένη. Έτσι  λοιπόν, εξασκούσα τις αντοχές των ώτων μου πιστεύοντας πως δεν θα με πρόδιδαν ποτέ.
Έφηβος, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, λάτρευα τη ροκ μουσική κι άκουγα ασταμάτητα τον Παπακωνσταντίνου και τον Πορτοκάλογλου. Ο ήχος της ηλεκτρικής κιθάρας με μάγευε και πάντα απολάμβανα τη μουσική στη διαπασών. Η μάνα μου, από φύση της πολύ διακριτικός άνθρωπος, δεν άντεχε ωστόσο την ένταση, και κάθε λίγο και λιγάκι φώναζε: «θα κουφαθείς παιδάκι μου, χαμήλωσε την ένταση». Κι εγώ, χαμήλωνα για πολύ λίγο τη μουσική και σε λίγα λεπτά πάλι απ’ την αρχή. Κι η δόλια μάνα να ξελαρυγγίζεται για να την ακούσω: «Πρόσεξε τ’ αυτιά σου παιδάκι μου, η ένταση θα σου σπάσει τα τύμπανα και δεν θ’ ακούς. Και τότε θα πρέπει να διακόψεις και τα μαθήματα κιθάρας. Κρίμα δεν είναι; Τέτοιο ταλέντο να πάει χαμένο!». Κι εγώ χασκογελώντας της απαντούσα: «Καλέ μαμά, ο Μπετόβεν ‒ίσως ο μεγαλύτερος συνθέτης όλων των εποχών ̶  κουφάθηκε από τα είκοσι έξι του και συνέχισε να συνθέτει μέχρι τα πενήντα του. Εξάλλου, την ΕΝΑΤΗ συμφωνία την έγραψε ενώ ήταν εντελώς κωφός».
Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η καλή του μέρα…
Η χρόνια ένταση της μουσικής, η εξωφρενική εναλλαγή των ήχων στην τηλεόραση, οι κόρνες των αυτοκινήτων κι ένα σωρό άλλοι θόρυβοι έκαναν τα φημισμένα ώτα μου να μην αντιδρούν˙ να δείχνουν πλήρη αδιαφορία απέναντι στα διάφορα ερεθίσματα.
Τότε ήταν που άρχισα ν’ αξιολογώ τις αλλεπάλληλες συμβουλές της μάνας μου που τόσα χρόνια τις άφηνα να πέφτουν με πάταγο στο κενό. Τότε αντιλήφθηκα ότι τ’ αυτιά δεν είναι παιγνίδι αλλά είναι τα όργανα της ακοής που μεταφέρουν τα ηχητικά κύματα από το κανάλι του αυτιού στο τύμπανό και από κει στον εγκέφαλο. Όταν πλέον τα δικά μου αυτιά δεν είχαν αυτή τη δυνατότητα…
Πανικοβλήθηκα. Δεν ήξερα τι να κάνω και πού ν’ απευθυνθώ. Ήθελα πάση θυσία την ακοή μου πίσω. Θα την αντάλλαζα ακόμη και με την όρασή μου. Φτάνει να τα κατάφερνα και πάλι ν’ ακούω καλά. Τι σου έφταιξα Θεέ μου και με τιμωρείς μ’ αυτόν τον τρόπο!
Επισκέφτηκα τους καλύτερους ωτορινολαρυγγολόγους της χώρας. Η διάγνωση πάντα η ίδια˙ νευροαισθητήριος βαρηκοΐα. Προκαλείται κυρίως από υπέρμετρους θορύβους και το αυτί αδυνατεί να συλλάβει τις δονήσεις ή έστω κι αν τις συλλάβει, αδυνατεί να τις στείλει στον εγκέφαλο. Η απογοήτευσή μου, μεγάλη.
Έψαξα παντού. Όργωσα κυριολεκτικά το Διαδίκτυο κι εντόπισα τα πιο σύγχρονα κι εξειδικευμένα κέντρα ωτορινολαρυγγολογίας στον κόσμο. Ξόδεψα πολύ χρόνο και χρήμα. Εξετάσεις, τυμπανογραφήματα, ακουογραφήματα, εγκεφαλογραφήματα.   Η διάγνωση παντού η ίδια, το ίδιο αποκαρδιωτική. Ούτε με φαρμακευτική αγωγή ούτε με επέμβαση μπορεί ν’ ανακτηθεί η ακοή μου. Κι όσο μεγαλώνω, άλλο τόσο θα μειώνεται μέχρι να μείνω εντελώς κωφός.  Πώς θα συνεχίσω να ζω; Πώς θα συνεχίσω να γράφω και να παίζω μουσική που είναι πλέον το επάγγελμά μου κι όχι το χόμπι των εφηβικών μου χρόνων;
Τα επόμενα τρία χρόνια μετά τη διάγνωση, σταμάτησα κυριολεκτικά να ζω. Κλείστηκα στο σπίτι μου και δεν ήθελα να βλέπω κανέναν. Ακόμη και τη σύζυγο και τα παιδιά μου τους απομάκρυνα από κοντά μου. Ήθελα να είμαι μόνος και να κλαίω τη μοίρα μου. Το ήξερα, κι ενδόμυχα το παραδεχόμουν πως το φταίξιμο για την κατάντια μου ήταν εξ ολοκλήρου δικό μου. Κανείς άλλος δεν ευθύνεται για την κώφωση μου, παρά μόνον εγώ και η απερισκεψία μου.
Σ’ αυτά τα τρία χρόνια, το μόνο που δεν σταμάτησα να κάνω, ήταν να παίζω την κιθάρα μου και να γράφω. Κι αυτό με κράτησε ζωντανό. Οπότε, μιαν καλή ημέρα, ξύπνησα όλος χαρά και διάθεση και δήλωσα μεγαλοφώνως «το αποφάσισα, θα γίνω ο Μπετόβεν ο Β’. Και σε μερικά χρόνια θα γράφει η ιστορία για τον συνθέτη της ροκ μουσικής που ενώ ήταν κωφός μεγαλουργούσε». Κι όλο αυτό μου έδωσε φτερά! (Στέλλα Ρωτού)



Πέμπτη 12 Απριλίου 2018




Ο Ανδρέας Καρακόκκινος γεννήθηκε στην Κύπρο, στη Μόρφου, που σήμερα είναι στην κατεχόμενη από τους Τούρκους περιοχή. Ζει στη Θεσσαλονίκη από το 1974, όπου σπούδασε στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ και εργάστηκε στον Τραπεζικό τομέα.
Έχει εκδώσει 3 ποιητικές συλλογές:  Πνοή της άνοιξης (2007), Λεμονανθοί στο πέλαγο (2013) και Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό (2017).  Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά σε Ελλάδα και Κύπρο καθώς και στο Διαδίκτυο, όπου διατηρεί blogs και μεταξύ άλλων ανθολογεί ποιητές από Ελλάδα  και Κύπρο.


ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ ΣΤΑΘΜΟΥ
Στη γραμμή τέσσερα
μετρά τα βαγόνια του συρμού,
αναζητά τον εαυτό της
να κάθεται σ’ ένα παράθυρο
και ταξιδεύει στο όνειρο
της μαγεμένης μελωδίας.

Ύστερα ξανά στο πόστο της
χαμογελά στους ταξιδιώτες
 σαν δίνει τα ρέστα απ’ τα τσιγάρα
κι αφήνει το βλέμμα της θλιμμένο
να σβήσει πάνω στις γραμμές
με μια κλεμμένη σοκολάτα στο χέρι.

Το κορίτσι του σταθμού
κρυμμένο πίσω από κουτιά
ανοίγει το βιβλίου που κρατά
στο κεφάλαιο της αλήθειας
κι αγγίζει απαλά το λυκαυγές
των κρυμμένων του σελίδων.

Το τέλειωμα της μέρας
την βρίσκει στο άδειο παγκάκι
να ζωγραφίζει ένα δικό της τραίνο
σαν το παιδικό δωμάτιο
που άπλωνε τα θέλω της
φωτογραφίες πάνω στους τοίχους.

Κι όταν τις νύχτες
πάλευε με τη σιωπή
δραπέτευε με τον πήγασο
στον πιο μακρινό αστερισμό
να κρύψει εκεί τα χρόνια της
κι όλους τους στίχους της αγάπης.



Η καρδιά πέφτει με πάταγο στο πάτωμα κι αφήνει ένα κενό στο στομάχι. Πεισμώνει. Δεν εννοεί ν’ αποδεχτεί την πραγματικότητα. Εκείνος την τραβάει με το ζόρι να την επιβιβάσει στο αεροπλάνο. Τελευταία στιγμή, του ξεφεύγει. Κρύβεται καλά για να μην μπορέσει να την εντοπίσει. Γίνονται ανακοινώσεις από τα μεγάφωνα. Μια καρδιά, ξεκολλημένη από το σώμα, αγνοείται. Παρακαλείται όποιος την εντοπίσει να επικοινωνήσει άμεσα με τη διεύθυνση του αεροδρομίου. Τα περιθώρια στενεύουν. Το αεροπλάνο απογειώνεται. Η καρδιά έμεινε πίσω. Το σώμα που υποχρεωτικά ταξιδεύει χωρίς την καρδιά αιμορραγεί ακατάσχετα. Μπορεί άραγε να φτάσει κάπου ένα σώμα χωρίς καρδιά;…
(Στέλλα Ρωτού)

Σάββατο 31 Μαρτίου 2018



Ο θάνατός μου

Πέθανα στα εξήντα επτά.
Τον θάνατο πάντοτε τον φοβόμουνα. Πίστευα πως τον συνοδεύει ένα σκοτάδι μαζί με περίπλοκες δυσκολίες ̶ καψόνι ̶  μέχρι την αντίπερα όχθη. Ωστόσο, στ’ αλήθεια δεν ήταν τόσο φρικτά τα πράγματα. Μάλιστα, σε κάποια σημεία της διαδρομής, χρωματιστά φωτάκια αναβόσβηναν, γαλάζιες πεταλούδες περιφέρονταν χαρούμενες μέσα στη σήραγγα, κάποιες παιδικές φωνούλες τραγουδούσαν.
Μπαίνοντας κρατούσα τα μάτια μου κλειστά προσπαθώντας να θέσω σε αδράνεια όλες τις αισθήσεις μου. Δεν ήθελα ούτε να βλέπω ούτε ν’ ακούω ούτε να μυρίζομαι ούτε να καταλαβαίνω… Χαλαρά. Ήθελα να περάσω απέναντι όσο πιο ανώδυνα γινόταν. Νόμιζα ότι μ’ αυτόν τον τρόπο θα κάλυπτα μ’ έναν αόρατο πέπλο την κακοτράχαλη ζωή που έζησα. Βάσανα, στεναχώριες, δοκιμασίες. Παρ’ όλ’ αυτά, μια κρυφή ελπίδα, μαζί με μια γερή δόση αγωνίας, σιγόκαιγαν μέσα μου. Θα τα κατάφερνα να περάσω εκείνη την ωραία πύλη, την ανθοστόλιστη και να μπω στον Παράδεισο;… Ή μόλις έφτανα εκεί, θα την έβρισκα ερμητικά κλειστή;
Εν τω μεταξύ, ένιωθα πως κάποιες φωνές παρεμβάλλονταν στο ταξίδι και μου χαλούσαν όλο το σκηνικό. Άκουγα ανθρώπους γύρω να κλαίνε, έπειτα κάποια λόγια παρηγορητικά και παραπέρα κάποιοι προσπαθούσαν να οργανώσουν μια «γιορτή». Τέντωσα το αυτί μου προσπαθώντας ν’ αντιληφθώ περί τίνος επρόκειτο.  Ομολογουμένως, δυσκολεύτηκα πολύ να βγάλω άκρη. Όλος αυτός ο σαματάς γινόταν για μένα. Ούτε όταν ήμουν ζωντανή δεν είχαν νοιαστεί τόσο πολύ! Προσπαθούσαν ν’ αποδείξει ο ένας στον άλλο, και πιο πολύ στον εαυτό τους, ποιος ήταν αυτός που λυπήθηκε περισσότερο για τον θάνατό μου... Προσποίηση στο ζενίθ. Τι σου είναι οι άνθρωποι τελικά! Μέχρι κι ετούτη την ώρα συμπεριφέρονται ύπουλα. Ο μόνος που στ’ αλήθεια έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του ήταν ο  αδελφός μου. Παρότι ιερέας, φαίνεται πως ούτ’ αυτός πολυπίστευε στην άλλη ζωή, την άυλη και πνευματική. Μαύρισε η ψυχή του. Τον λυπήθηκα τον δυστυχή. Όμως, σαδιστικά το απολάμβανα.  Βέβαια, πέραν της πλάκας, ήμουνα σίγουρη για την αληθινή αγάπη του κι ένιωθα πόσο πονούσε. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Δεν ήθελε να το αποδεχτεί. Βηματίζοντας νευρικά πάνω-κάτω, μονολογούσε: «Πώς είναι δυνατόν; Έφυγε έτσι απλά, χωρίς καμία προειδοποίηση. Ακόμη και χθες, μαγείρεψε και φάγαμε μαζί. Δεν μου παραπονέθηκε για τίποτε κι ούτε άρρωστη έδειχνε. Σε τέτοια ηλικία ούτ’ ένα δόντι δεν είχε χάσει. Κι οι φορές που επισκέφθηκε τον γιατρό, μετριούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού».
Βέβαια, ένας ξαφνικός θάνατος δεν είν’ η πρώτη φορά που συμβαίνει.           
Τέλος πάντων, εγώ παρέμενα στην ίδια κατάσταση και το ταξίδι συνεχιζόταν. Αγωνιούσα κι αγχωνόμουν. Βλέπετε, δεν ήξερα πόσο μεγάλη ήταν η απόσταση από τα εγκόσμια στον υπερβατικό κόσμο. Η φασαρία που γινόταν γύρω μού αποσπούσε την προσοχή. Αισθανόμουνα ότι έχανα σημαντικές στιγμές αυτού του ταξιδιού. Και δεν ήθελα να τις χάνω. Ήθελα ν’ απολαύσω και το τελευταίο κομματάκι αυτής της ανεπανάληπτης διαδρομής. Μια εμπειρία μοναδική!
Κάποια στιγμή ο σαματάς μεγάλωσε. Φούντωσε η συζήτηση κι υπήρχαν έντονες διαφωνίες. Δεν καταλάβαινα για ποιο πράγμα διαφωνούσαν. Σίγουρα όμως με αφορούσε άμεσα.
-Η αδελφή μου ήτανε καλή και πονόψυχη. Όλους μας νοιαζόταν και μας φρόντιζε. Πάντοτε είχε ένα επιπλέον πιάτο φαγητό στο τραπέζι της παρ’ όλη τη φτώχεια της. Δεν γίνεται να μείνει το άψυχο σώμα τόσες ημέρες άταφο. Δεν το θέλει ούτε ο ίδιος ο Θεός να την ταλαιπωρούμε μ’ αυτόν τον τρόπο.
-Θείε, παρ’  όλον τον σεβασμό και την εκτίμηση που σου τρέφω, μην επιμένεις, σε παρακαλώ. Πρέπει να κατανοήσεις ότι κηδεία δεν γίνεται εάν δεν μαζευτούν όλα τ’ αδέλφια μου. Τη μάνα μας χάσαμε κι όχι τη γειτόνισσά μας.
-Μπα; Τον καιρό που η μάνα σας ζούσε, περνούσαν ημέρες και μήνες χωρίς να περάσετε από το σπίτι της. Δεν σεβαστήκατε ποτέ τους κόπους και τις θυσίες που έκανε για να σας μεγαλώσει. Τώρα, είτε με την παρουσία σας ή με την απουσία σας, δεν θα της προσφέρετε απολύτως τίποτε. Ή μήπως για τα μάτια του κόσμου και για τη δική σας εξιλέωση επιμένετε τόσο πολύ;
-Η υπομονή μου εξαντλείται και δεν θέλω να παραφερθώ. Βγαίνω έξω να καπνίσω ένα τσιγάρο. Και μέχρι να επιστρέψω, φρόντισε να ’χεις αλλάξει γνώμη.
-Τι θράσος έχουν σήμερα, οι νέοι άνθρωποι! Βάλε τη δύναμή σου, Θεέ μου, να κρατηθώ νηφάλιος. Να μην πέσω στο επίπεδό του.
Κάποιος τρίτος προσπάθησε να παρέμβει, ένας τέταρτος τον αποπήρε και σώπασε.
Πρέπει να παραδεχτώ ότι το ύφος και τα λόγια του αδελφού μου με ξάφνιασαν. Εκτός από ιερέας, ήταν από τη φύση του άνθρωπος πράος και συγκαταβατικός. Ο θυμός όμως για τον χαμό μου, φαίνεται πως τον έκανε σκληρό κι αδιάλλακτο.
Η αντιδικία συνεχίστηκε και μετά το τσιγάρο. Κι έτσι μπόρεσα να καταλάβω επιτέλους πως επρόκειτο για τη δική μου κηδεία. Και πως οι έντονες διαφωνίες ήταν μεταξύ του αδελφού μου και ενός από τους γιους μου. Βέβαια, δεν μπορούσα να εντοπίσω ποιο ήταν το θέμα των συγκρουόμενων απόψεων... Εγώ, μέχρι τώρα, ήξερα ότι όταν κάποιος άνθρωπος εγκατέλειπε τα εγκόσμια, τον έθαβαν την επόμενη ή το πολύ τη μεθεπόμενη ημέρα. Τώρα αυτοί γιατί τσακώνονταν; Μήπως ήθελαν να με ταριχεύσουν ή να με κάψουν και να πετάξουν την τέφρα μου στη θάλασσα; Καλά, γιατί δεν ρωτούσαν εμένα; Εγώ θα προτιμούσα να με κάψουν και να με σκορπίσουν στη θάλασσα. Έτσι θα παρέμενα για πάντα στην αγκαλιά της αιώνιας αγαπημένης μου… Το σίγουρο είναι ότι με τίποτε δεν ήθελα να με θάψουν και να γίνω τροφή για τα πειναλέα σκουλήκια.
Κι ενώ έκανα αυτές τις σκέψεις, μια δυνατή λάμψη με στράβωσε παρότι τα μάτια μου παρέμεναν κλειστά. Πρέπει να ήμουν πολύ κοντά στο τέρμα, στην άκρη της σήραγγας. Μια ανεξήγητη χαρά με πλημμύρισε. Θα ήθελα εάν μπορούσα ακόμη και να χορέψω. Δεν ήξερα ποιος ήταν ο καλύτερος τρόπος για να εκφράσω τα συναισθήματά μου. Ήθελα να πω στους ζωντανούς «παρατάτε με, τώρα είμαι εσωτερικά ελεύθερη κι εξωτερικά ανεξάρτητη».
Ένα δυνατό φτάρνισμα με επανέφερε. Άνοιξα βαριεστημένα τα μάτια και κοίταξα τριγύρω. Τα ξανάκλεισα διαμιάς. Πίστεψα πως μ’ αυτόν τον τρόπο θα έμενα πεθαμένη. Όμως, όχι. «Αναστήθηκα».
Δεν πρόλαβα να χαρώ την απελευθέρωσή μου. Εκείνος που χάρηκε για την ανάστασή μου, περισσότερο απ’ όλους, ήταν ο αδελφός μου.
(Στέλλα Ρωτού)


Κυριακή 18 Μαρτίου 2018


Στέλιος Παπαντωνίου
Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΟΥ
διηγήματα
[…]
Όταν πήγαινε στο δημοτικό, εμείς παίζαμε μπάλα στην περβόλα, αυτή εκεί στο μπαλκόνι, να μας βλέπει να την βλέπουμε, όταν πήγαμε στο γυμνάσιο, την κυνηγούσαμε με τα ποδήλατα, στην Έγκωμη, στο Στρόβολο, αρρένων θηλέων τα σχολεία, μόνο στα ανθεστήρια βρισκόμασταν και στο ανέβασμα καμιάς αρχαίας τραγωδίας, έλα όμως που κι εκεί ήταν χορός γερόντων, ανδροκρατούμενος. Στα ανθεστήρια στο ΓΣΠ λέγαμε να συνεργαστούμε, τρέχαμε να βρούμε αμάξι, έχει ένα ο κύριος Σωτήρης από το Καϊμακλί να μας δώσει, κι όλοι χαρούλες που έπρεπε να στολίσουμε το άρμα, και ποιος να παριστάνει τη Θέτη και ποιος τον Πηλέα  ̶  Θεός αναπαύσει την ψυχούλα του  ̶  για τον κένταυρο Χείρωνα δεν υπήρχε θέμα, τον είχαμε σίγουρο. Όλες Βαρβάρες τις λέγαμε, ώσπου βρήκαμε ο καθένας , τη δική του κι ευτυχήσαμε!
[…]
(απόσπασμα από το διήγημα Η ΒΑΡΒΑΡΑ Η ΚΟΥΚΛΑΡΑ)