Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2017


Διαβάζοντας τη «σερενάτα» του Ζουλφί Λιβανελί (Γεννήθηκε το 1946. Είναι ίσως ο γνωστότερος και πιο δημοφιλής Τούρκος μουσικοσυνθέτης. Είναι επίσης συγγραφέας, σκηνοθέτης, και πρεσβευτής καλής θέλησης στην UNESCO).


Αποφθέγματα
  • Μονάχα έπειτα απ' την εξομολόγηση μπορεί κανείς να υπερβεί τον πόνο. 
  • Αλήθεια, αυτό που λέγεται έρωτας, μήπως είναι απλώς ένα κόλπο για να γίνονται παιδιά; 
  • Η καταπιεσμένη οργή στην πραγματικότητα είναι η πιο επικίνδυνη. 
  • Κάθε εποχή έχει τις δυσκολίες της, μολαταύτα καμία δεν μπορεί να συγκριθεί με χρόνια πολέμου.
  • Όταν καταφέρνει κανείς να αυξήσει τον ελεύθερο χρόνο του, αμέσως ξεκινά την προσπάθεια να τον αυξήσει ακόμη περισσότερο.
  • Όσο ζει κανείς  με την επιθυμία να γλιτώσει απ’ τις υποχρεώσεις, τόσο αυξάνεται η επιθυμία του να ζήσει μια γεμάτη ζωή.
  • Μοίραζα υποσχέσεις για να κερδίσω συμπάθειες.
  • Οι καλοί άνθρωποι δεν μπορούν να έρθουν στην εξουσία· αλλά, ακόμη κι αν συμβεί κάτι τέτοιο, η εξουσία θα τους διαβρώσει, θα τους μετατρέψει σε καταπιεστές.
  • Ο άνθρωπος όταν κοιτάζει από κοντά, πολλά είναι που δεν βλέπει.
  • Η γνώση που μπορεί να κλαπεί από σένα δεν είναι δική σου γνώση.
  • Ο κάθε άνθρωπος παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή του.
  • Η ζημιά από μια πειθαρχία που εξασφαλίζεται από τη μαγκούρα του τσοπάνου είναι μεγαλύτερη από το όφελος.

Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2017


Η Ευδοκία 

Ήθελα να την ζωγραφίσω την Ευδοκία. Πίστευα πως με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσα να τη νικήσω ευκολότερα. Κάτω από έναν καταγάλανο ουρανό με τις  χρυσές αχτίδες του ήλιου να φωτίζουν το σκοτεινό πρόσωπό της.  Έμοιαζε περισσότερο με την κακιά μάγισσα. Καμπουρωτή μύτη, σγουρά μαλλιά γεμάτα κόμπους, πρόσωπο φακιδιασμένο με το μπροστινό δόντι κατάμαυρο. Κορμί ασύμμετρο. Το όλο παρουσιαστικό της  μπορούσε να φοβίσει ακόμη και τους δαίμονες. Δυστυχώς για μένα, πιότερο άσχημη, ήταν η ψυχή της Ευδοκίας. Μαύρη σαν πίσσα.
 Όσον κι αν την έδιωχνα, αυτή κολλημένη σαν βδέλλα απάνω μου. Της γυρνούσα την πλάτη, δεν της έδινα καμιά σημασία, δεν ήθελα με τίποτα ν’ ασχολούμαι μαζί της. Αυτή όμως πάντα δίπλα μου. Κάποτε προπορευόταν, κάποτε με ακολουθούσε.
Τα περσινά μου γενέθλια ήθελε σώνει και καλά να τα περάσει μαζί μου. Προσπάθησα ευγενικά να την ξεφορτωθώ αλλά αυτή δεν καταλάβαινε τίποτε. Κι αυτή η επιμονή και το πείσμα της, μου έσπαζαν τα νεύρα. Η μέρα πέρασε χωρίς να μπορέσω να την απολαύσω -  και τι απόλαυση θα μπορούσα να έχω με την Ευδοκία να με συντροφεύει; Πήγαινα από το ένα δωμάτιο στο άλλο, γυρόφερνα στον χώρο σαν την άδικη κατάρα, προσπαθώντας να ηρεμήσω, ν’ ασχοληθώ με κάτι ευχάριστο για να μπορέσω να ξεχάσω την παρουσία της. Δεν με άφηνε για κανέναν λόγο.
Κάθε φορά που άρχιζα ν’ ασχολούμαι με κάτι  δημιουργικό, κάτι που απασχολούσε είτε τα χέρια μου είτε το μυαλό μου, δεν με άφηνε να το χαρώ για πολύ.  Εκεί που πίστευα ότι τελικά εξαφανίστηκε, ότι αποδήμησε εις Κύριον, να την και πάλι μπροστά μου, πιο άσχημη και πιο κακιά.
Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Το σπίτι στολισμένο και ολόφωτο. Το χριστουγεννιάτικο δέντρο επιβλητικό δέσποζε στον χώρο. Το κάθε τι τακτοποιημένο με περισσή επιμέλεια. Τα τραπέζια στρωμένα γιορτινά. Μέχρι και ασημένια αστεράκια και καρδούλες σκόρπισα πάνω στα τραπεζομάντηλα για να δένουν με το σύνολο της διακόσμησης. Ο μπουφές γεμάτος με λογής λογής λειχουδιές. Έπρεπε να υποδεχτούμε τον καινούργιο χρόνο μεγαλοπρεπώς όπως το απαιτούσε η περίσταση. Τα ποτά στο μπαρ, μπόλικος πάγος, ποτήρια όλων των ειδών και οι σαμπάνιες καλά παγωμένες. Δεν υπήρχε περίπτωση να υποδεχθούμε τον καινούριο χρόνο χωρίς ένα ποτήρι σαμπάνια. Για να δένω με το σύνολο, έβαλα τα καλά μου ρούχα, αγορασμένα από το Παρίσι, μακιγιαρίστηκα όσο καλύτερα μπορούσα, αρωματίστηκα και φόρεσα το πιο γλυκό μου χαμόγελο.  Έβαλα ένα ποτό και με την κατάλληλη μουσική περίμενα τους καλεσμένους μας.  Αλίμονο όμως!  Πρώτη και καλύτερη κατέφθασε η Ευδοκία.  Στολισμένη και περιποιημένη.  Μόλις την είδα ξαφνιάστηκα.  Το μακιγιάζ   κάλυψε επιμελώς τις φακίδες της  και τα ρούχα της παρέπεμπαν σε μιαν άλλη εποχή.  Θύμωσα πολύ.  Με τι θράσος εμφανίστηκε και πάλι στο σπίτι μου απρόσκλητα μια τέτοια βραδιά;   Και το χειρότερο είναι  να βρίσκεσαι   ανάμεσα σε κόσμο, ανάμεσα σε δικούς σου ανθρώπους και να εξαρτάσαι από τη συντροφιά της Ευδοκίας.  Προσπάθησα, αυτή τη φορά, βίαια να την διώξω.  Μα κι αυτή επιτέλους να μην έχει ίχνος ντροπής!  Έλεος!  Ακόμη κι αυτή τη βραδιά να με κρατά δέσμια και να μην με αφήνει να ξεδώσω; Ήθελα κι εγώ να ξεχαστώ, να πιω τα ποτά μου, να  διασκεδάσω, να γελάσω και να νιώσω έστω και για λίγο ελεύθερη.
Μετά κι απ’ αυτό πήρα την μεγάλη απόφαση:  Θα την πολεμούσα μέχρι να την εξοντώσω.  Δεν ήταν όμως καθόλου εύκολο. Οι δυνάμεις μου μπροστά στις δικές της, πενιχρές. Και το πείσμα μου σχεδόν ανύπαρκτο. Όμως  όσο εγώ την έδιωχνα, άλλο τόσο το γινάτι της μεγάλωνε και δεν μπορούσα με τίποτα να την ξεβολέψω. 
Κάτι ουσιαστικό έπρεπε να κάνω. Δεν ήταν κατάσταση αυτή. Βήμα μου και βήμα της όπως τον στενό κορσέ. Με τι τρόπο, με ποια μέσα; Αποφάσισα ότι έπρεπε ν’ αλλάξω τρόπο ζωής.  Ωστόσο ένιωθα ευάλωτη και δεν θα μπορούσα να τα καταφέρω μόνη μου. Κι επιτέλους το μυαλό μου λειτούργησε σωστά και ζήτησα τη βοήθεια του Αχιλλέα. Και τελικά, κατάλαβα ότι δεν ήταν ακατόρθωτο αυτό που επιθυμούσα να χαρίσω στον εαυτό μου.
Με την καθοδήγηση και την υπομονή του Αχιλλέα κατάφερα να δω πράγματα που τόσον καιρό ήταν μπροστά στα μάτια μου και δεν το αντιλαμβανόμουν. Άρχισα ν’ αγνοώ  την ενοχλητική παρουσία της Ευδοκίας, έστω κι αν παρέμενε προσκολλημένη πάνω μου προσπαθώντας να με παραπλανήσει. Έμαθα ν’ αντιμετωπίζω τον εαυτό μου διαφορετικά και όπως του άξιζε.  Ξεπέρασα τις εμμονές μου κι έγινα πιο αυτόνομη. Άρχισα να χειρίζομαι τις καταστάσεις με επάρκεια, να φροντίζω περισσότερο τον εαυτό μου και να του αποδίδω τη μέγιστη σημασία.  Βέβαια, όλα αυτά δεν ήταν εύκολα. Εκεί  που δυνάμωνα κι ένιωθα πως ήταν πλέον η ώρα να δώσω μια δυνατή κλωτσιά στην Ευδοκία και να την πετάξω μακριά, ένα χέρι πάλι με τραβούσε προς τα κάτω. Δεν παραιτήθηκα όμως, και κάθε φορά από μια τέτοια μάχη έβγαινα πιο δυνατή.

Ώσπου στο τέλος, συμφιλιώθηκα πλήρως με τον εαυτό μου. Μόνη, μόνη, μόνη. Αισθάνθηκα μέσα μου τόση θέληση για ζωή που η Ευδοκία δεν μπόρεσε να την αντέξει.  Πέθανε…

ΣΡ (2015)

Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2017



Νίκος Καρούζος 17 Ιουλίου 1926 - 28 Σεπτεμβρίου 1990 Ποιητής

Φίλε μου Νίκο,
Τις προάλλες σε αναφέραμε σε κουβέντα με τον Μίλτο˙ γελάει κάθε φορά που του διαβάζω τον στίχο για τα ουζάκια σου. Λέγαμε και για κείνα τα προκλητικά ποιήματα που τα ‘γραφες στο γόνατο, κοροϊδεύοντας όλον τον κόσμο. Τα διαβάζουν εμβρόντητοι οι νεαροί ποιητές στα καφενεία, τα αποστηθίζουν για να τ’ απαγγείλουν σα να ‘τανε δικά τους και σε υμνούν όσον δεν θα φανταζόσουν.
Δεν σε ρωτώ πάλι για τους χοντροκομμένους ήχους, τα αντάρτικα τραγούδια, τα θολά χρώματα και τις άνω τελείες ανάμεσα στις λέξεις σου. Ούτε για τα νεκρικά προσωπεία, τη γλώσσα της πατρίδας μας εκεί ανάμεσα στους πορτοκαλεώνες. Τα βρεφικά χαράματα ή τους απογόνους της νύχτας, τους εχθρούς των ουρανών και τον νερόλακκο με το καθρέφτισμα της σελήνης, τα άσματα της δεύτερης νοσταλγίας… Θα ματαιοπονούσα και δεν θα σου άρεσε. Είναι όλα ετούτα τα επώδυνα που αναγνωρίζω στον σημερινό κόσμο, αυτόν τον θρασύδειλο και οπλοφόρο, ο οποίος διεμβολίζει την ύπαρξη, τον κοινό παρονομαστή που είναι – όπως έλεγες  ̶  το ίδιο το υποκείμενο και το αντικείμενο το εις σάρκαν μία ή, έστω, τα αστέρια τα «κομματιασμένα σε δροσερό θάνατο».
Μαθαίνω ότι κρύβεσαι πια στη σκιά. Το σπίτι ξέμεινε στ’ Ανάπλι, όπως και στο χωριό, από μνήμες. Παράτησες τη γραφομηχανή, ούτε καν διαβάζεις τα χοντρά των εφημερίδων. Μούτζω τα… Τεμπέλιασες πια, ή μήπως γέρασες;
Με θλίβει η απουσία σου, με αφήνει μετέωρο, με εγκατασπείρει ανάμεσα στους μέτριους και στους ζηλωτές γραφιάδες της εξουσίας. Η πλατεία Μαβίλη παραμένει στη θέση της, όπως και το βυζαντινό ρολόι φωτισμένο στην άκρη του κάστρου. Να είσαι σίγουρος. Μαζί και οι «αλήτες με τα κοστούμια», που μου ‘λεγες τσαντισμένος, και τα σάλια σου πετάγονταν αγριεμένα στο πρόσωπό μου.

Στο επανειδείν. Κι επέτρεψε να σου υπενθυμίσω ότι η μυστική ενέργεια δεν τιθασεύεται έτσι εύκολα: Κανένα φως δε φώτισε με φως τον εαυτό του/ την ώρα που φιλούσε με τ’ αφίλητα/ φιλιά μου την Ανάμνηση στο άστραμμα της λύπης.


Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2017


Ανδρέας Εμπειρίκος (2 Σεπτεμβρίου 1901 – 3 Αυγούστου 1975)
Ποιητής, πεζογράφος, φωτογράφος και ψυχαναλυτής

1
Λίγα κοσμήματα στη χλόη. Λίγα διαμάντια στο σκοτάδι. 
Μα η πεταλούδα που
 νύκτωρ εγεννήθη μας αναγγέλει την
αυγή, σφαδάζουσα στο ράμφος της πρωίας.

2
Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της
όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί. Τ' άνθη μιλούν.
Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες.
 
Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος.

3
Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες.
Όταν τ' ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει.
Όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ.

(αποσπάσματα από τη συλλογή «Ενδοχώρα» 1945)




Δευτέρα 14 Αυγούστου 2017

Αποχαιρετισμός
Μες στ’ Αυγούστου την κάψα έσβησαν τα φώτα.
Οι κουρτίνες για να μην μπαίνει το φως, τραβήχτηκαν.
Η απώλεια σαν αγκάθι τρύπησε τις καρδιές μας.
Το αίμα από την πληγή αναβλύζει νωπό, το σώμα
χάνεται και το βλέμμα μετέωρο προς τον εχθρό είναι.
Φωτιές, παντού. Οι σπίθες τσουρουφλίζουν
τα στάχυα.

(Ψυχή γεμάτη απόγνωση)

Τα δάκρυα στο στόμα: γεύση αλμυρή.
Οι μνήμες. Φίδια ζωντανά, έρποντα,
κάνουν την καρδιά να φρενιάζει.

Αναπάντητα παραμένουν τα λόγια.
Το παράπονο κόβει την ανάσα και η αυλαία
σαράντα δύο χρόνια μετά, πέφτει.

(Σπαραγμός)

Μιαν ηλιόλουστη χειμωνιάτικη ημέρα
ένας τάφος φρεσκοσκαμμένος.
Οι γονείς αγωνιούν να σ’ ανταμώσουν ξανά…
Το ταξίδι ας είναι φωτεινό.

ΣΡ (11/12/2016)

Κυριακή 13 Αυγούστου 2017





Τα μποστάνια

ΤΟ ΚΑΡΠΟΥΖΙ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΦΥΤΟ που αγαπά πολύ τη ζέστη. Θέλει χώμα μαλακό, αποστραγγισμένο και πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά˙ επίσης, πολύ νερό, κι αν είναι δυνατόν ήλιο από το πρωί μέχρι το βράδυ. Αυτά μας τα έλεγε ο παππούς κάθε χρόνο που πηγαίναμε στο χωριό για να φυτέψουμε τα καρπούζια. Ο παππούς ίσως νόμιζε πως μεγαλώνοντας θα γινόμασταν παραγωγοί καρπουζιών. Ποιος ξέρει; Άγνωστες οι προσδοκίες που είχε από τον καθένα μας… Εμείς, πιτσιρίκια, αδημονούσαμε να κλείσουν τα σχολεία για να πάμε στο χωριό. Επτά ξαδέλφια μαζευόμασταν, όλοι πάνω-κάτω της ίδιας ηλικίας, γύρω στα δέκα, εκτός από τη Μαρία που ήταν μεγαλύτερη. Βέβαια, ο παππούς κι η γιαγιά είχαν έντεκα εγγόνια αλλά μόνον οι επτά μαζευόμασταν. Στο χωριό τα πράγματα ήταν πιο χαλαρά και, προπάντων, δεν είχαμε τις μανάδες πάνω από τα κεφάλια μας. «Πλύνε τα χέρια σου, διάβασε, μην κάνεις αταξίες, πρόσεχε! Μη, θα λερώσεις τον καναπέ, μάζεψε τα παιγνίδια σου», αυτές κι άλλες πολλές ήταν οι καθημερινές παρατηρήσεις που μας έπαιρναν στο κατόπι. Ωστόσο, μακάρι να ξαναγύριζαν εκείνα τ’ ανέμελα χρόνια, κι ας είναι, μαζί με τις παρατηρήσεις.
Στο χωριό τρέχαμε όλη την ημέρα από δω κι από κει σαν αγρίμια. Όλη την ενέργεια που εξοικονομούσαμε τον χειμώνα στην πόλη, τη σπαταλούσαμε αμέριμνα το καλοκαίρι στο χωριό. Όπου ζαβολιά ήμασταν μέσα. Κι εγώ, από φύση σκανδαλιάρης, ήμουν η αρχηγός.
Μια αγαπημένη συνήθεια ήταν ν’ ανηφορίζουμε στο Μοναστήρι του Αγίου Χρυσοστόμου. Κάποτε, και στα Εκατόν Ένα Σπίτια της Ρήγαινας. Εκεί απολαμβάναμε τη θέα από ψηλά. Καθ’ οδόν μαζεύαμε ό,τι φαγώσιμο υπήρχε, όπως κόνναρα*, αγριοβατόμουρα και χαρούπια.
Η καημένη η γιαγιά ήταν ανήμπορη και καθισμένη πάντοτε σε μιαν καρέκλα. Λες κι ήταν βιδωμένη. Όπως έλεγε τότε η μάνα, της είχε έλθει κόλπος. Εμείς βέβαια, δεν καταλαβαίναμε τι σήμαινε αυτό. Ωστόσο, βλέπαμε πως το ένα χέρι και το ένα πόδι της ήταν ακίνητα. Δεν μπορούσε να μας περιποιηθεί κι έτσι μας σκόρπιζε ολημερίς απλόχερα τις ευχές της. Ο παππούς, που τότε ήταν γύρω στα εξήντα πέντε, ήταν γερός και δυνατός. Ωστόσο, για το σπιτικό και το φαγητό τους, φρόντιζε η μάνα της Μαρίας.
Δεν της έφταναν της θείας όλες οι άλλες δουλειές, το καλοκαίρι είχε να φροντίζει κι εμάς, τους μικρούς διαβόλους, όπως μας αποκαλούσαν όλοι χαριτολογώντας.
Προτού φτάσει η ημέρα που γινόταν το φύτεμα, ο παππούς έκανε την απαιτούμενη προεργασία. Θυμάμαι, πάντα έλεγε ότι «οι καρπουζιές θέλουν χώρο για ν’ αναπτυχθούν». Τους σπόρους, τους είχε φυλαγμένους από τη συγκομιδή της προηγούμενης χρονιάς. Μια εβδομάδα πριν από την καθορισμένη ημέρα φυτέματος, αναμείγνυε νερό με χωνεμένη κοπριά, το οποίο ανακάτευε σταδιακά. Έπειτα, βουτούσε τους σπόρους για μισή ώρα μέσα σ’ αυτό το βρομερό υγρό κι άρχιζε το φύτεμα. Όσοι σπόροι επέπλεαν, δεν χρησιμοποιούνταν γιατί ήταν σίγουρο πως δεν θα βλαστήσουν.
Η Μαρία, πάντοτε μας ακολουθούσε στα μποστάνια αλλά με βαριεστιμάρα. Πάντοτε κρατούσε παραμάσχαλα ένα τεφτέρι, όπως το έλεγε ο παππούς, κι ένα καλοξυσμένο μολύβι. Δεν ήταν όπως εμείς, τα άλλα παιδιά που χοροπηδούσαμε από χαρά κάθε χρόνο τέτοιες ημέρες. Η «αλλοπαρμένη ή αλαφροΐσκιωτη», κατά τον παππού, είχε αλλού το μυαλό της, σε παραμύθια κ’ ιστορίες μπερδεμένες, παράξενες… Ήθελε, λέει, να γίνει δασκάλα. Τι κουσούρι πάλι κι αυτό!... Όπως και να ’χει, κρατούσε ερμητικά κλειστό το στόμα της και δεν μας αποκάλυπτε τι την απασχολούσε ό,τι κι αν της τάζαμε  ̶  τόσα ξέραμε τόσα κάναμε. Παγωτό, εκείνο το τριγωνάκι του Regis σε γεύση πορτοκάλι, καραμέλες…, ακόμη κι ησυχία της τάζαμε. Λέξη δεν παίρναμε από τα χείλη της. Κρατούσε το στόμα της ερμητικά κλειστό, λες και μια διάφανη κολλητική ταινία την εμπόδιζε να μιλήσει. Θυμάμαι, σαν αρχηγός πάντοτε, τάχτηκα να της πάρω το τετράδιο. Ήταν θέμα «τιμής» για μένα. Έπρεπε να μάθουμε τι έγραφε. Άλλοτε, της κλέβαμε το μολύβι κι άλλοτε παίρναμε τον σελιδοδείκτη από το βιβλίο που διάβαζε για να την εκδικηθούμε. Η περιέργεια μας δεν είχε όρια. Ζιζάνια που ήμασταν!
Η διαδικασία της φύτευσης συνεχιζόταν με γέλια, τραγούδια και χαρές. Αψηφούσαμε τη ζέστη και χαιρόμασταν που ήμασταν όλοι μαζί. Εμείς τα παιδιά δεν νιώθαμε ούτε τη ζέστη ούτε την κούραση. Εκλαμβάναμε την όλη διαδικασία σαν ένα παιγνίδι. Και διασκεδάζαμε με την ψυχή μας, μαζί με τον παππού και τα γυναικόπαιδα της οικογένειας. Οι πατέρες έπρεπε να είναι στη δουλειά. Το μεσημέρι, παραδοσιακά, τρώγαμε πλιγούρι με ντομάτες από το μποστάνι κι ελιές μαύρες. Τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο. Κι ήταν τόσο νόστιμο το φαγητό…, τρέχανε τα σάλια μας.
Την ώρα που όλοι τρέχαμε ξελιγωμένοι για φαγητό, η Μαρία τραβούσε μονάχη σε μια γωνιά κι άνοιγε ευλαβικά το τετράδιό της. Έγραφε βιαστικά σαν να την κυνηγούσαν οι λέξεις. Έγραφε, έγραφε, έγραφε, και σταματημό δεν είχε. Ούτε που προλάβαινε να βάλει μια μπουκιά στο στόμα. Προτιμούσε να μείνει νηστική αλλά έγραφε, κι όλο έγραφε. Μπας και φοβόταν μην ξεμείνει από γράμματα; Άραγε, η Αλφαβήτα είχε ημερομηνία λήξης; Αυτές οι απορίες βασάνιζαν τότε το παιδικό, αθώο μυαλουδάκι μου.
Η εργασία συνεχιζόταν για περίπου μία εβδομάδα. Φυτεύαμε και φυτεύαμε κι ήμασταν όλοι σε αναβρασμό. Ο καθένας στο πόστο του. Οι οδηγίες δίνονταν από τον παππού και κανείς δεν τολμούσε να παρακούσει ούτε μιαν οξεία. Ο παππούς δεν θύμωνε. Ωστόσο, τα λόγια του ήταν λιγοστά και σταράτα. Ένα του μόνο βλέμμα ήταν αρκετό. Αυτός ήταν ο κώδικας επικοινωνίας. Οι γονείς μας σέβονταν τον παππού κι εμείς με τη σειρά μας τον σεβόμασταν. Αυτοί ήταν οι κανόνες του παιγνιδιού. Απλοί και ξάστεροι.
Μόνο η Μαρία κάποιες φορές «παράκουε» τους κανόνες. Αποξεχνιόταν με το γράψιμο κι έχανε από την εργασία του φυτέματος. Τη μάθαμε όμως όλοι και δεν την ξεσυνεριζόμασταν. Ακόμη κι ο παππούς έδειχνε κατανόηση.
Εκείνο το τελευταίο καλοκαίρι του 1974, φυτέψαμε τόσα πολλά καρπούζια που οι γονείς μας αστειευόντουσαν πως θα ταΐζαμε όχι μόνον ολόκληρο το χωριό αλλά και τα τριγύρω. Πολύς καρπός, η χρονιά ήταν πολύ καλή, από τις καλύτερες. Δεν προλάβαμε καν να γευτούμε τους κόπους μας. Θάφτηκαν μαζί με τα όνειρά μας κάτω από τα προχώματα, βομβαρδισμένα και λεηλατημένα από τον εχθρό. Ρουκέτες και μπόμπες έξυναν τον αέρα και θέριζαν τους κόπους, τις ελπίδες, τα όνειρά μας. Προσδοκίες με αριθμό μηδέν.
Το μόνο που απέμεινε άθικτο εκείνη τη μοιραία χρονιά ήταν τα γραπτά της Μαρίας. Η ιστορία του φυτέματος καταγεγραμμένη λεπτό προς λεπτό, καθώς κι άλλες ιστορίες από τη ζωή του χωριού. Ριζικό, κάρμα, μοίρα; Μήπως τελικά η Μαρία δεν ήταν αλαφροΐσκιωτη αλλά ένα αερικό από το υπερπέραν; Άτακτες προβλέψεις… Κάποιος μπορεί να το πει όπως θέλει…
Ο παππούς, αιχμάλωτος. Τα χρόνια πέρασαν. Οι μνήμες, εδώ. Η Μαρία έχει ακόμη το κουράγιο να συλλέγει τα κομμάτια μας. Και τα βάζει όλα με τάξη πάνω στο χαρτί. Κάποια γραπτά έκαναν φτερά και πέταξαν. Σκόρπισαν και χάθηκαν. Η Μαρία έκανε απέλπιδες προσπάθειες να τα συγκρατήσει. Στάθηκε μοιραίο, ακατόρθωτο.

*καρπός αγκαθωτού  θάμνου με σφαιρικό σχήμα, κοκκινοκάστανο χρώμα και γλυκιά γεύση

ΣΡ

Πέμπτη 10 Αυγούστου 2017


Ο Ανδρέας Καρακόκκινος γεννήθηκε στην Κύπρο, στη Μόρφου, που σήμερα είναι στην κατεχόμενη από τους Τούρκους περιοχή. Ζει στη Θεσσαλονίκη από το 1974, όπου σπούδασε στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ και εργάστηκε στον Τραπεζικό τομέα.
Έχει εκδώσει 2 ποιητικές συλλογές:  Πνοή της άνοιξης (2007) και Λεμονανθοί στο πέλαγο (2013).  Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά σε Ελλάδα και Κύπρο καθώς και στο Διαδίκτυο, όπου διατηρεί blogs και μεταξύ άλλων ανθολογεί ποιητές από Ελλάδα  και Κύπρο.


ΜΕΡΕΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
I
Σμίξαμε το μεσονύχτι
κάτω απ’ το φέγγος των Πλειάδων
στην άπλα τ’ ουρανού
ανταλλάξαμε φιλιά κι αστέρια
κι ο Αύγουστος μας χαμογέλασε
πίσω απ τα φεγγάρια του

δέσαμε κόμπο στα μαλλιά
τους όρκους της Αφροδίτης
και με το σπαθί του Ωρίωνα
χαράξαμε ένα δικό μας θόλο
του έρωτα το φτερωτό άλογο
να μας χαμογελά τις νύχτες.

II
Το θαμπό πρωινό
του Αυγούστου
αγκαλιάζει νωχελικά
κάτω από ένα σεντόνι σύννεφο
την αγουροξυπνημένη
μοναξιά.
Σε χάρτινα καραβάκια
πολύχρωμες σκέψεις
αφήνονται σε ακύμαντη
θάλασσα.
Αράζουν στα πόδια
της θεάς του έρωτα
και χαράσσουν
στο μαξιλάρι της προσμονής
το φιλί.

III
Κόψανε στη μέση 
τον Αύγουστο 
κι ο έρωτας κύλισε 
καυτή κόκκινη άσφαλτος 
σε χαραγμένους δρόμους. 

Μισός ν’ ανθοβολεί 
από το γέλιο σου 
κι ο άλλος να φουντώνει 
μες στη φωτιά 
από το άγγιγμα σου.

IV
Οι μέρες
κυλάνε γεμάτες
ζεστό Αύγουστο
και θαλασσινό μελτέμι.

Οι στιγμές 
σβήνουν  ξαναναμμένα
κύματα έρωτα
σε άμμο υγρή και λείες πέτρες.

Η  πρωινή αύρα
πάθος αδρόσιστο
φουντώνει Όστρια
σε ερωτευμένες αγκαλιές

Κι οι νύχτες μας μετέωρες
αναζητούν αστερισμό λιμάνι.
(Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό, εκδ. Ένεκεν, Θεσσαλονίκη, 2017)